Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009


Ο ταύρος της Καστριώτισσας με φόντο τα Βαρδούσια διαβάστε ολόκληρο το κείμενο...

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009

Καλιακούδα από Ανιάδα, Καταφύγιο, κορυφή (8.11.2009)

Δύο χιλιάδες ενενήντα οκτώ μέτρα (2.098μ) ξεκινώντας από το μηδέν (0) της Λαμίας είναι μια πρόκληση. Θα πάω «βρέξει χιονίσει», η απόφαση πάρθηκε, ακόμα και μόνος… “Η Καλιακούδα βουνό της Στερεάς Ελλάδας βρίσκεται στην Ευρυτανία και διαχωρίζει τους μεγάλους ορεινούς όγκους των Βαρδουσίων, του Τυμφρηστού και του Παναιτωλικού, ενώ θα μπορούσε να θεωρηθεί και τμήμα των παραπάνω βουνών”…, διαβάζω στη Βικιπαίδεια.

Πρωινό ξύπνημα, χαράματα, και στη Λαμία η βροχή είναι δυνατή. Σκέφτηκα, πού να πάω; Ομολογώ ότι ταλαντεύτηκα λίγο, αλλά κατά βάθος ήξερα ότι τίποτα δεν θα με κρατούσε. Παλεύω τη νύστα μου στο τιμόνι μασώντας τσίχλες και ανοίγοντας συνεχώς το παράθυρο. Κακή συνήθεια. Προσπαθώ να θυμηθώ το ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου «Ρούμελη», αλλά συγκρατώ μόνο τους δύο πρώτους στίχους, ίσως επειδή μέσα τους βρίσκεται αυτό που με εκφράζει: «Τη μάνα μου τη Ρούμελη ν’ αγνάντευα το λαχταρώ, ψηλά που με νανούριζες καημένο Καρπενήσι». Παιδικές γλυκές αναμνήσεις έρχονται στο νου… τα πιο όμορφα έξι χρόνια της ζωής μου, αυτά του Γυμνασίου.

Περνάω την καινούργια παράκαμψη του Καρπενησίου πίσω από τον λόφο του Αγίου Δημητρίου, εκεί όπου έγιναν τον Γενάρη του 1949 οι μεγάλες μάχες «σώμα με σώμα» του Δημοκρατικού Στρατού με τον Κυβερνητικό Στρατό και την άμυνα της πόλης. Ο εμφύλιος σε όλο του μεγαλείο, με τις τεράστιες απώλειες εκατέρωθεν… Από τη μια ο αδερφός του πατέρα μου και από την άλλη ο αδερφός της μάνας μου. Νεκροί. Η ταινία «Ψυχή Βαθειά» του Παντελή Βούλγαρη, που είδαμε το προηγούμενο βράδυ, πηγαινοέρχεται στο μυαλό μου.

Εδώ ερχόμασταν τη νύχτα, μαθητές του Γυμνασίου, με τις φεγγαράδες του Ιούνη, για κεράσια πηδώντας τους φράκτες στα κτήματα της κοιλάδας του Καρπενησιώτη. Να φοβάσαι τον ίσκιο σου και τους αγροφύλακες, λέγαμε τότε. Σκίζαμε τα παντελόνια μας στα σύρματα για λίγα κεράσια.

Κατεβαίνοντας την ποταμιά, και πριν τη διασταύρωση για το Μικρό Χωριό, στρίβεις αριστερά περνώντας τον Καρπενησιώτη και τα χωριά Κλαυσί και Μουζίλο και φθάνεις τελικά στην Ανιάδα. Μιάμιση ώρα από τη Λαμία.

Η Ανιάδα είναι χτισμένη μέσα σε πυκνό ελατοδάσος σε υψόμετρο 1.100 μέτρων στις πλαγιές της Καλιακούδας και ανήκει στο Δήμο Ποταμιάς. Η ομορφιά της ευρυτανικής φύσης είναι διάχυτη παντού, ειδικά αυτήν την εποχή που το κίτρινο – κόκκινο της βελανιδιάς και της καστανιάς δένει με το βαθύ πράσινο του έλατου. Η Ανιάδα είναι και μια καλή βάση εξόρμησης για τη γύρω περιοχή. Από εδώ μπορεί κανείς να επισκεφτεί τα χωριά του Κρικελλοποτάμου, το Σέλο, τα Ψιανά, τα Δολιανά και την Κοντίβα, με το φαράγγι "Πάνταβρέχει", την κορυφή φυσικά της Καλιακούδας και πολλά άλλα μέρη.

Χωρίς πολλά, από την πλατεία του χωριού, ακολουθώ το τσιμεντένιο κατηφορικό δρόμο και στο τέρμα του βρίσκω το χαλασμένο μονοπάτι, στη συνέχεια το καλντερίμι που οδηγεί μέσα από βάτα και τσουκνίδες στο ρέμα, κάτω από το χωριό. Θέλει λίγη περιποίηση και σήμανση εδώ - είναι ολοφάνερη η απουσία. Περνώντας απέναντι και ανάμεσα σε βελανιδιές και καστανιές ανηφορίζω ελαφρά μπαίνοντας μέσα στα εγκαταλειμμένα χωράφια. Όμορφες εικόνες με τα γήινα χρώματα του φθινοπώρου και την κορνίζα της ομίχλης. Απέναντι τα αραιά σπίτια του χωριού με τις κόκκινες στέγες και ψηλά επάνω ίσα που διακρίνεται η απότομη κορυφή της Καλιακούδας, μέσα στην ομίχλη κι αυτή. Το ψιλόβροχο με συνοδεύει σε όλη σχεδόν τη διαδρομή.

Πολλά μανιτάρια, όλων των ειδών. Όσο ωραία είναι να τα βλέπεις, τόσο επικίνδυνα είναι να τα φας. Όμως το «κυνήγι» του μανιταριού, άρχισε, τελευταία και στην Ελλάδα, να αποκτάει όλο και περισσότερους φίλους. Διαβάζουμε ότι στα δάση της Ρωσίας μαζεύοντας μανιτάρια, κάποιοι δεν επιστρέφουν ποτέ πίσω, γιατί χάνονται. Αυτό συμβαίνει και με ορειβάτες, λιγότερο συχνά βέβαια, και κυρίως για τα παιδιά της ασφάλτου και των πόλεων. Οι άνθρωποι που μεγάλωσαν σε χωριό δύσκολα χάνονται. Σήμερα πολλοί βασίζονται στην τεχνολογία και τα GPS. Όμως η φύση παραμένει φύση. Και μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία της τεχνολογίας, ο άνθρωπος χάνει σιγά-σιγά τα φυσικά του ένστικτα και τον αρχέγονο προσανατολισμό του…

Παρασύρομαι από τη μαγεία, έτοιμος να χαθώ ανάμεσα στο κίτρινο και το πράσινο, να γίνω ένα με τα ξυνόμηλα και τα τσάπουρνα, να σκαρφαλώσω πάνω στα δέντρα να αποφύγω τα τσακάλια και τους λύκους, την αρκούδα. Ο Αϊνστάιν έχει πει πως η φαντασία είναι η μεγαλύτερη δύναμη. Η φαντασία… Όχι η μόρφωση, ούτε τα χρήματα, ούτε η τύχη…

Φωτογραφίζω τη σαλαμάντρα, που βγήκε για το αργό της ταξίδι ανάμεσα στα βρεγμένα φύλλα. Περνώ και το δεύτερο ρέμα με το έντονο μουρμουρητό της κατεβασιάς και ανηφορίζω το σημαδεμένο μονοπάτι ανάμεσα σε άγριες μηλιές, άγριες τριανταφυλλιές και αγκορτσιές. Άγρια μήλα, κόκκινα αγκόρτσα και οι κόκκινοι καρποί της τριανταφυλλιάς. Ελάχιστες γκζάνες και κοτσύφια, η πτηνοσυντροφιά. Τύχη τα οικολογικά φιρίκια πεσμένα στο δασύ χορτάρι. Πλούσια τροφή από το πουθενά. Περνώ το εξοχικό σπίτι με το κρεμασμένο κρεβάτι στον έλατο, περνώ το αλώνι με τον στροερό και με φόντο το χωριό και την απέναντι ράχη, και ανηφορίζοντας μέσα στο δάσος των ελάτων, να την μπροστά μου η κατασκήνωση και πιο πάνω το Καταφύγιο, κλειστό, χωρίς ζωή.
Εδώ περίμενα να συναντηθώ με τους φίλους του ΕΠΟΣ ΦΥΛΗΣ, αλλά τους βρήκα τελικά στην κορυφή. Ανηφορίζοντας τη ρεματιά, σε ένα τοπίο ρημαγμένο από τη μπουλντόζα για να φτιαχτεί ο δρόμος που βγάζει στο διάσελο και κατεβαίνει στο χωριό Στουρνάρα (Δολιανά), πάνω από το Πάντα Βρέχει, θυμήθηκα ξανά το «Ψυχή Βαθειά» και τη φράση «έχω απώλειες», που επαναλάμβανε συνέχεια ο ανθυπολοχαγός. Έχουμε τις “απώλειες” της ανάπτυξης στο διαρκή ανταγωνιστικό και σπάταλο “εμφύλιο” πόλεμο του ανθρώπου με τη φύση. Αν ο δρόμος αφορούσε αιολικό πάρκο, θα είχαμε κινήσει γη και ουρανό…

Σε μια ώρα βρέθηκα στο Καταφύγιο, σε 40 λεπτά στο Διάσελο (1750 μ) και για την κορυφή χρειάστηκαν 2 ώρες και 20 λεπτά συνολικά από την Ανιάδα. Απότομη ανάβαση, με το μονοπάτι να ελίσσεται ανάμεσα στο βράχινο τοπίο με ελάχιστες τραβέρσες. Φτάνοντας στη ράχη συνεχίζεις στην κόψη και να η κορυφή και η κολώνα της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού. Εκεί βρίσκεται και η χαρούμενη παρέα, οι φίλοι του ΕΠΟΣ ΦΥΛΗΣ, ο Νίκος, η Πόπη… Φωτογραφίες και επιστροφή με γρήγορο κατέβασμα, παρά το γλιστερό της βρεγμένης μέρας και τη συνεχή βροχή. Βροχή ήσυχη όμως χωρίς αέρα, αντιμετωπίσιμη.

Σε μιάμιση ώρα βρέθηκα ξανά στην Ανιάδα, κουβαλώντας στις “αποσκευές” μου, εκτός από μερικά κιλά οικολογικά φιρίκια, μύριες τόσες πανέμορφες εικόνες.

Στέφανος Σταμέλλος
http://www.e-ecology.gr διαβάστε ολόκληρο το κείμενο...

Κυριακή 16 Αυγούστου 2009

ΟΛΥΜΠΟΣ: ΓΟΜΑΡΟΣΤΑΛΙ - ΟΡΟΠΕΔΙΟ ΜΟΥΣΩΝ (7 & 8.08.09)

“Αναλυτικότερα για τον Όλυμπο Παρασκευή 7/8. Φεύγουμε από Λαμία Παρασκευή μεσημέρι στις 12. Φθάνουμε Πριόνια κατά τις 3.30 και ανεβαίνουμε από το Μονοπάτι "Γομαροστάλι", ανηφορική ανάβαση επίπονη γύρω στις 4 - 4.30 ώρες. Φθάνουμε 8μμ στο Οροπέδιο και μένουμε το βράδυ στο καταφύγιο του “Κάκαλου”. Την άλλη μέρα κάνουμε κορυφή Μύτικα και επιστρέφουμε από του Ζολώτα. Σάββατο βράδυ επιστροφή στη Λαμία. Αν θέλουμε κάνουμε μπάνιο στην Πλάκα Λιτοχώρου ή Πλαταμώνα. Περισσότερα για το καταφύγιο εδώ http://www.olympus-climbing.gr/index.html"

Αυτό ήταν το μήνυμα που στάλθηκε σε όλους τους φίλους, που δηλώνουν κατά καιρούς τη διάθεση για περιπλανήσεις στο βουνό. Τελικά πείστηκε μόνο ο Aλκης και ο Aρης. Αιτία ήταν οι ζέστες, η Παρασκευή που ήταν εργάσιμη και το ότι στο πρόγραμμα βάλαμε ν' ανέβουμε ένα καινούργιο μονοπάτι, που έπρεπε να ψάξουμε να το βρούμε και το οποίο ανοίχτηκε πριν από λίγο καιρό. Το “Γομαροστάλι”. Αυτό σε ορισμένους φάνηκε ελαφρώς δύσκολο. Σταλίζω: ξεκουράζομαι το μεσημέρι σε σκιά (μόνο για ζώα). Aρα εδώ ξεκουράζονται τα γομάρια; Ή επειδή στο ξεκίνημά του είναι η θέση που ξεκουράζονται τα γομάρια, τώρα μόνο τα μουλάρια, που έχουν οι αγωγιάτες για τα καταφύγια; Δεν ρωτήσαμε τον Στύλα…

Για το μονοπάτι μας είχε μιλήσει ο Μιχάλης πέρυσι στο καταφύγιο “Κάκαλος”, αλλά και ο Βασίλης στα “Κρεβάτια”. Η αφετηρία του είναι στα Πριόνια, ακριβώς πριν την ξύλινη γέφυρα του Ενιπέα, δεξιά, εκεί που δένουν τα μουλάρια οι αγωγιάτες. Έχει μπλε σήμανση στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής του. Είναι στην πλαγιά του Ολύμπου, που μπορεί κανείς να την προσδιορίσει γεωγραφικά ακριβώς πάνω από το Πριόνια με κατεύθυνση βορειοδυτική προς το Οροπέδιο των Μουσών. Ανάμεσα δηλαδή στο Καταφύγιο “Σπήλιος Αγαπητός” και την Πετρόστρουγκα. Η διαδρομή είναι η πιο σύντομη για να φτάσει κανείς στο Οροπέδιο, αλλά είναι ανηφορική και αρκετά επίπονη Ξεκινώντας το μονοπάτι είναι στενό με συνεχείς ανηφορικές τραβέρσες μέσα στο δάσος, δάσος κυρίως με πεύκα και οξιές. Αυτή την εποχή έχει πολλά λουλούδια και πολλά βότανα με ωραίες μυρωδιές. Έχει και άγριες φράουλες. Ένα είδος ρίγανης με ανοιχτό μωβ χρώμα λουλουδιών και έντονη μυρωδιά, μας τράβηξε ιδιαίτερα την προσοχή.
Ο Άρης και ο Άλκης στην πρώτη λάκα


Εμείς προχωράμε και τραγουδάμε! Η αδρεναλίνη και η διάθεση ανεβαίνει μαζί με τις ποσότητες της ενδορφίνης. Η ενδορφίνη, οπιούχος ουσία, εκκρίνεται από τον εγκέφαλο κατά τη σωματική κόπωση. Αυτό που πρακτικά μας προσφέρει είναι ένα φυσικό “ανέβασμα” στη διάθεση και μια αντοχή απέναντι στην κούραση. Και όχι μόνο αυτό: η αντοχή αυτή αποκτά έναν μαζοχιστικό χαρακτήρα καθώς με την έκκριση της ενδορφίνης εντείνεται το αίσθημα του σούπερμαν που κρύβεται μέσα μας. Κατά συνέπεια αυξάνεται η προσπάθεια, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η έκκριση της ενδορφίνης, κοκ. Είναι ο φαύλος κύκλος της κούρασης και της ηδονής (στοιχεία από το ιντερνετ).

Προχωράμε παρέα με το σύννεφο. Το σύννεφο είναι και καλό, γιατί δεν έχουμε ιδιαίτερη ζέστη, μας κρύβει όμως και την θέα, που μας λείπει. Όταν καθαρίζει λίγο, βλέπουμε κάτω τη ρεματιά του Ενιπέα και στο βάθος το Λιτόχωρο. Κάποιες φορές φαίνεται το πράσινο ταμπλό κάτω από τον Καλόγηρο και σιγά σιγά, όσο ανεβαίνουμε, εμφανίζεται και η κορυφή του Καλόγηρου.

Ξαναέφερα τη συζήτηση για το “γιατί ανεβαίνουμε στα βουνά”. Και μάλιστα τι είναι αυτό που μας κάνει τώρα να συνεχίζουμε κάτι τόσο κουραστικό. Το έφερα με τρόπο για να ακούσω γνώμες. Ο Aλκης επέμεινε ότι ένας από τους λόγους είναι και η αυτοεπιβεβαίωση και η αυτοπεποίθηση που αποκτούμε ότι «μπορούμε». Ναι, η αυτοπεποίθηση είναι πολύ σημαντική για να νιώθουμε ισορροπημένοι και να πορευόμαστε με μια σχετική σιγουριά. Είναι εφόδιο για μια καλή ζωή, για την ψυχική και σωματική μας υγεία. Επίσης, λέει ο Aλκης, ότι νοιώθουμε την ανάγκη να κάνουμε κάτι που δεν μπορούν εύκολα να το κάνουν οι άλλοι. Η διάθεση να ξεχωρίζουμε. Μ' αυτό με καθάρισε! Τι το µθελες βρε φίλε; Είμαι τόσο εγωιστής και δεν το ήξερα;

Ο Aρης, ο μικρός της παρέας, έδωσε τη νεολαίστικη απάντηση: Εμείς οι νέοι θέλουμε να ζήσουμε από κοντά αυτό που η ζωή στις πόλεις σήμερα μας στερεί: Τη φύση, την αγριάδα, την ομορφιά, να νοιώσουμε το ρίσκο. Κλεισμένοι μέσα στα σπίτια, στις πόλεις δεν έχουμε την ευχέρεια να ζήσουμε κοντά στη φύση. Γίναμε μηχανές καλοκουρδισμένες, που όλα τα κάνουμε μηχανικά. Ξεχάσαμε πως κοντά στη φύση βρίσκεται το μυστικό της ήσυχης και ήρεμης ζωής.

Δεν έδωσα καμιά απάντηση γιατί είχα στο νου, αυτό που έγραφα για τα Βαρδούσια: “Δεν υπάρχει απάντηση”. Στο μυαλό μου τριγύριζαν οι λέξεις: πάθος, πόθος, λαγνεία, ηδονή, κόλλημα, απληστία της ανθρώπινης φύσης, εμπειρίες, περιέργεια.

επιστρέφοντας από την εξερεύνηση για το μονοπάτι με τα κίτρινα σημάδια

Στις δύο ώρες περίπου βγαίνουμε σε ανοιχτή λάκα, σε μια ράχη. Το σύννεφο δεν μας αφήνει να δούμε πολλά. Παρατηρούμε ότι φεύγει άλλο μονοπάτι νοτιοδυτικά με κίτρινα σημάδια. Μάλλον πρέπει να συναντάει το κλασικό μονοπάτι για το καταφύγιο “Σπήλιος Αγαπητός” (Ζολώτα). Μικρή ξεκούραση και συνεχίζουμε την κόψη με λιγότερα σημάδια τώρα, αλλά το μονοπάτι συνεχίζει να ξεχωρίζει. Παρατηρούμε τους κορμούς των πεύκων. Έχουν κάνει όλα μια ελαφριά κούρμπα χαμηλά, μάλλον από την πίεση του χιονιού. Τεράστιοι κορμοί δέντρων είναι πεσμένοι στο έδαφος, που δείχνει ότι τους προηγούμενους αιώνες αναπτύχθηκαν πολύ μεγάλα πεύκα. Δεν το έχω προσέξει αυτό σε άλλες αναβάσεις του Ολύμπου. Παίζουμε με τις φωτογραφικές μηχανές και τη νεκρή φύση. Ιδανικό θέμα για θεματική έκθεση.
εδώ ο Άλκης με τη φωτογραφική του μηχανή

απομεινάρι κορμού με εντυπωσιακό ανάγλυφο

Τα αγριοκάτσικα ξάφνιασαν τον Aρη, που πήγαινε μπροστά. Πρόλαβε και τα φωτογράφισε. Συνεχίζουμε στην κόψη, παρέα με τα λίγα ρόμπολα. Απέναντί μας, βόρεια, φαίνεται καθαρά η Σκούρτα, ο Λαιμός και το πέρασμα του Γιόσου.
Ανεβαίνοντας στην κόψη, και πίσω το ταμπλό του Καλόγηρου. Ελπίζω να μη μου φαίνεται η κούραση
Τώρα δεν έχουμε σημάδια, ούτε ξεχωρίζει μονοπάτι. Έχουμε μόνο τα λόγια του Μιχάλη “ακολουθούμε την κόψη”. Αρχίζουν τα σαθρά και οι πέτρες. Σε λίγο αναγνωρίζουμε μέσα από το σύννεφο αριστερά και απέναντι το καταφύγιο “Σπήλιος Αγαπητός” (Ζολώτα) και πιο ψηλά τα Ζωνάρια και τον Μύτικα.
Ο Άλκης λίγο πριν την τελική ανάβαση, στην κόψη

Αρχίζει η δύσκολη τελική ανάβαση με προσοχή στις πέτρες. Τώρα έχουμε σημάδια αλλά μόνο για την κατεύθυνση, γιατί πρόκειται για λούκι με μπόλικα σαθρά και κίνδυνο να φύγουν πέτρες για το κεφάλι. Υπάρχει και η εναλλακτική λύση, όπως μας είπε ο Μιχάλης αργότερα: να φύγει κανείς δεξιά προς το Λαιμό και να ανέβει πιο εύκολα από πιο ομαλό λούκι.
Ο Άρης, το παλλικάρι μας, ανεβαίνοντας το λούκι

Βγαίνουμε στο οροπέδιο και μπροστά μας ανοίγεται η πιο εντυπωσιακή, η γνωστή σε όλους, εικόνα του βουνού. Ο Θρόνος του Δία, ο Προφήτης Ηλίας, ανάμεσά τους η Τούμπα και τα δυο καταφύγια: του “Αποστολίδη” και του “Κάκαλου” και φυσικά το όμορφο ανάγλυφο του Οροπεδίου των Μουσών.

Συνολική ανάβαση 4.30 ώρες, χωρίς φορτσάρισμα. Θέλει λίγη προσοχή στη σήμανση μετά τη μέση περίπου, ιδιαίτερα για τις άσχημες μέρες και την ομίχλη. Να σημανθεί το τμήμα από την κόψη και πάνω για τους ίδιους λόγους και να μπει ένα συρματόσχοινο στην τελική ανάβαση. Νερό δεν έχει η διαδρομή, όπως άλλωστε όλες οι αναβάσεις του Ολύμπου.


Στέφανος Σταμέλλος
http://www.e-ecology.gr
διαβάστε ολόκληρο το κείμενο...

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009

Βαρδούσια, από Αθανάσιο Διάκο
Καταφύγια, Λούκι του Λιονταριού, Κόρακας
επιστροφή από Κοπρισιές

Διαβάζοντας στην ιστοσελίδα του ΕΟΣ Αθηνών το κείμενο του T TOOLE «Γιατί σκαρφαλώνουμε στα βουνά», με ευκολία μπορώ να πω ότι πράγματι είναι μια άσκοπη ερώτηση. Και αναπάντητη ίσως. Κι όπως λέει το κείμενο, το ανέβασμα στο βουνό «ήταν πάντοτε ένα μυστήριο». O Πωλ Βαλερύ έγραφε "Αν ένα πουλί μπορούσε να πει με ακρίβεια τι τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, και τι είναι αυτό που το κάνει να τραγουδάει, δεν θα τραγούδαγε". Παραφράζοντας θα μπορούσαμε να πούμε: "Αν ένας ορειβάτης μπορούσε να πει με ακρίβεια γιατί σκαρφαλώνει στα βουνά και τι είναι αυτό που τον κάνει να σκαρφαλώνει, δεν θα ανέβαινε".
Δείτε και μια άποψη, που ίσως καλύπτει τους περισσότερους: << ... κάποια στιγμή μάθαμε να αγαπάμε το βουνό, για τον απλούστατο λόγο ότι κατάφερε να βγάλει από μέσα μας τον καλύτερο εαυτό μας, μας ύψωσε, έστω και για μια και μόνο πολύτιμη στιγμή, πάνω από τη συνηθισμένη ζωή και μας έδειξε την ομορφιά της απλότητας και μια δύναμη και αγνότητα που δεν θα είχαμε γνωρίσει ποτέ αν δεν είχαμε αντιμετωπίσει το βουνό με εντιμότητα και δεν είχαμε παλέψει με πάθος μαζί του.>>

Τα γράφω αυτά με αφορμή το πρόσφατο ανέβασμα στα Βαρδούσια. Ανέβασμα, σκαρφάλωμα στο βουνό, ή κάπως έτσι. Αλλά κυρίως ήταν μια δοκιμασία και μια «ευκαιρία» “να παλέψω με πάθος μαζί του”. Όταν είσαι μόνος σου με το βουνό, σου βγαίνουν διάφορα πάθη και κρυφές διαθέσεις. Και προπαντός απελευθερώνεσαι από τις πιθανές καταπιέσεις των άλλων. Κάνεις ό,τι θέλεις! Είσαι και αρχηγός και οδηγός βουνού. Ειδικά όταν το ανέβασμα γίνεται γρήγορα, παίρνεις και γρήγορες αποφάσεις και το μυαλό δουλεύει με άλλες ταχύτητες. Έχεις την ελευθερία να αποτύχεις, να πανηγυρίσεις για την επιτυχία σου, για τους χρόνους σου, και να νοιώσεις πιο έντονα την ευθύνη για σένα. Όταν είσαι με άλλους, συνήθως νοιώθεις την ευθύνη για κείνους, κυρίως, ή είσαι συνυπεύθυνος για ό,τι συμβεί. Και μέσα από όλα αυτά γίνεσαι πιο ώριμος, πιο έμπειρος.

…Από το πρωί φαίνεται η μέρα. Νύσταζα στην οδήγηση…και ήταν τόσο νωρίς ακόμα. Οκτώ παρά δέκα στον Αθανάσιο Διάκο (1.100μ) και ξεκίνησα γρήγορα με στόχο να ανέβω στον Κόρακα (2.495μ) πριν πιάσουν οι μεγάλες ζέστες.

“Όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
πρωί στα πόδια του βουνού”

λέει ο Οδυσσέας Ελύτης. Μαζί με όλα τα άλλα το μυαλό τρέχει και στους ποιητές. Απέναντι σχεδόν κάθετες οι πλαγιές και μέσα από τη νεροσταγόνα φαίνεται το βουνό σα γίγαντας. Κι εγώ στα πόδια του, καθώς ανεβαίνω για τον Προφήτη Ηλία. Τα Βαρδούσια θεωρούνται ένα από τα πιο άγρια κι εντυπωσιακά βουνά της πατρίδας μας και έχουν ιδιαίτερα σκληρό ανάγλυφο με άγριες και απότομες κορφές.

οι βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

συνεχίζει ο Ελύτης, κι εγώ συνεχίζω ν’ ανεβαίνω περνώντας τον Προφήτη Ηλία στα 45 λεπτά. Και με τη ζέστη ν’ ανεβαίνει κατακόρυφα. Περνάω από δίπλα τις τσαγιές και τις αφήνω να μαζέψω το τσάι στην επιστροφή. Οι στροφές στον αγροτικό δρόμο φεύγουν γρήγορα. Και τα σκυλιά, που καρτερούν στη στάνη, κάνουν το καθήκον τους κι αυτά απειλώντας τον βιαστικό επισκέπτη. Το γαύγισμα είναι κουραστικό σήμερα και δεν πληρώνεται καλά. Ή πληρώνεται όπως και τόσα άλλα. Με ένα κομμάτι ψωμί. Γι’ αυτό δείχνουν βαριεστημένα


Ο χρόνος είναι γρήγορος ίσκιος πουλιών
Τα μάτια μου ορθάνοιχτα μες στις εικόνες του

Πολλές οι εικόνες. Και τα μάτια πράγματι ορθάνοιχτα, γρήγορες ματιές ολόγυρα, να μη χαθεί καμιά. Περνώ τα καταφύγια από αριστερά. Το νερό τρέχει άφθονο στην πηγή. Δοκιμάζω να πιω και να γεμίσω ξανά το παγούρι. Κρύο νερό, γάργαρο. Στη συνέχεια ακολουθεί το φιδωτό ανέβασμα στα Σκόρδα Πιτιμάλικου και στο καλά σημαδεμένο μονοπάτι. Σε λίγες μέρες, 18 - 19 Ιουλίου, θα γίνονταν η Πανελλήνια Ορειβατική Συνάντηση. Δεν ξέρω αν έγινε αναφορά στην Συνάντηση για τις μεθοδεύσεις ορισμένων να γίνει χιονοδρομικό κέντρο στα Βαρδούσια. Ελπίζουμε τα σχέδια της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φωκίδας, και όχι μόνο, να σταμάτησαν, ύστερα από την πρώτη απόρριψη της Προμελέτης από τις Υπηρεσίες του ΥΠΕΧΩΔΕ. Δείτε εδώ τη συζήτηση για τα νέα χιονοδρομικά στην Ελλάδα http://oxi-xionodromika.blogspot.com/ Ακούστηκε ότι έγινε όμως εκτεταμένη συζήτηση για τις απειλές της Γκιώνας και της Οίτης από τη μεταλλευτική δραστηριότητα και τα νέα σχέδια των Μεταλλευτικών Εταιρειών στην περιοχή.
Το καταφύγιο του ΕΟΣ Άμφισσας και πέρα το βουνό της Χωμήριανης

Με τον ΕΟΣ Λαμίας, πριν από αρκετά χρόνια, προσπαθούσαμε, με πολύ χιόνι είναι αλήθεια, να βρούμε τις Πόρτες. Είναι το πέρασμα για το Μέγα Κάμπο, το οροπέδιο πριν την κορυφή. Πηγαίναμε ψάχνοντας. Διαλυθήκαμε στην ανηφόρα κι ο καθένας πήγαινε όπου ήθελε. Τέτοια ομάδα! Ψάχνοντας, θυμάμαι, βρέθηκα στο Λούκι του Λιονταριού και το πέρασα καρφώνοντας μόνο το πιολέ και σέρνοντας το σώμα μου πάνω στον πάγο. Έ, γι’ αυτό τώρα είπα να επαναλάβω το Λούκι του Λιονταριού, χωρίς αυτή τη φορά χιόνι και πάγο. Έχει τη δυσκολία του, αλλά…
χιόνι και λουλούδια στον Μέγα Κάμπο

Συνάντησα τον Πεζοπορικό Όμιλο Αθηνών στο Μέγα Κάμπο. Κατέβαιναν από την κορυφή, τον Κόρακα. Γιόρτασαν το βράδυ στο καταφύγιο του ΕΟΣ Άμφισσας τα 60 χρόνια ζωής του ΠΟΑ. Βουνό, με γλέντια και διασκέδαση και με ορχήστρα παρακαλώ! Τα φανταχτερά πολύχρωμα λουλούδια του οροπεδίου απασχόλησαν τη φωτογραφική μου μηχανή με φόντο τις χιονούρες και την κορυφή. Τελικά ανέβηκα στον Κόρακα σε τρεις ώρες από τον Αθανάσιο Διάκο. “Έφερα τη ζωή μου ως εδώ”
θέα από την κορυφή

Το σύννεφο έφθασε απειλητικά. Επιστροφή από τις Κοπρισιές. Γρήγορο κατέβασμα και μικρές στάσεις για φωτογραφίες. Η πηγή, στη μέση περίπου της διαδρομής από τις Κοπρισιές, είναι από τις πιο πλούσιες σε νερό των Βαρδουσίων στα 1800 μέτρα περίπου. Το νερό κατεβαίνει βουίζοντας. Με ξάφνιασε το χαμηλό πέταγμα της πέρδικας και των μικρών πουλιών της. Παλιότερα λέγαμε για τις διμούτσουνες οχιές. Και το μυαλό μου πήγαινε και σ’ αυτές, όλο και κάποια μπορεί να είναι στο δρόμο μου. Ευτυχώς δεν ήταν στην τύχη μου, γιατί θέμα τύχης είναι όλα τελικά. Ίσα που πρόλαβα να μαζέψω μερικές χεριές από το τσάι, που είχα δεί ανεβαίνοντας. Η βροχή ήταν απότομη αλλά όχι δυνατή. Φοβήθηκα και έφυγα τρέχοντας κατηφορίζοντας τις σάρες κάτω από το λόφο του Προφήτη Ηλία. Τα λείρια (Lilium Chalcedonicum - Λείριο το χαλκηδονικό), δύο κόκκινα πανέμορφα λουλούδια, ήταν η αιτία να σπάσω τη φωτογραφική μου μηχανή. Μου έπεσε στη μοναδική πέτρα.
τα δύο λουλούδια (Lilium Chalcedonicum - Λείριο το χαλκηδονικό)

Έφυγα χωρίς να περιμένω τους φίλους από τον ΠΟΑ να κατέβουν. Η Βαρβάρα ακόμα με ψάχνει στο βουνό. Φοβήθηκε μήπως έφαγα τη βροχή και τους κεραυνούς ψηλά. Τελικά ήμουνα τυχερός γιατί η δυνατή μπόρα ήρθε όταν έφθασα στην Παύλιανη. Φαγητό με κεραυνούς και καταιγίδα.
Γι’ αυτές όλες τις μικρές συγκινήσεις και τα απρόσμενα, τις γρήγορες αποφάσεις και την κούραση, βουνό σε λατρεύω!

Στέφανος Σταμέλλος
διαβάστε ολόκληρο το κείμενο...

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009

Γιατί σκαρφαλώνουμε στα βουνά;

Τ. TOOLE
(από την ιστοσελίδα του ΕΟΣ Αθηνών)

Οι λόγοι για τους οποίους οι άνθρωποι σκαρφαλώνουν στα βουνά ήταν πάντοτε ένα μυστήριο. Για τον μη ορειβάτη είναι μια άσκοπη και χωρίς, νόημα δραστηριότητα. Μπορεί από την πολυθρόνα του να θαυμάσει ως ένα σημείο το θάρρος και την αντοχή του ορειβάτη, αλλά δεν λυπάται όταν αυτό το θάρρος έχει σαν αποτέλεσμα το θάνατο ή σοβαρό τραυματισμό. Απλά χαμογελάει μόνος του με την ευαρέσκεια αυτού που προείδε τις αναπόφευκτες συνέπειες και είχε τη λογική να μην ασχοληθεί με παρόμοιες δραστηριότητες.

Για τον ορειβάτη, ακόμη κι όταν κρέμεται πάνω από ένα ιλιγγιώδες κενό, οι λόγοι αποτελούν εξ ίσου ένα μυστήριο. Αν σταματούσε για μια στιγμή και επιχειρούσε μια λογική εξήγηση της έμμονης αυτής δραστηριότητας του, θ' αναγκαζόταν να συμφωνήσει με τον μη-ορειβάτη, ότι δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Η απάντηση ότι προσφέρει ευχάριστη άσκηση σε όμορφο περιβάλλον, δεν είναι εξήγηση, γιατί συχνά η δυσφορία ή ακόμα και η ταλαιπωρία, που νοιώθει κανείς, αντισταθμίζει με το παραπάνω ό,τι ευχάριστο μπορεί να υπήρξε και η ομορφιά είναι τις περισσότερες φορές κρυμμένη πίσω από ένα μονότονο γκρι, ή ακόμα μερικές φορές άσχημο βράχο ή πυκνή ομίχλη και δυνατή βροχή.

Λένε μερικές φορές ότι τα βουνά θέτουν μια πρόκληση στο περιπετειώδες πνεύμα του ανθρώπου. Ίσως να είναι αλήθεια, αλλά τότε και η πιο μονότονη και ανιαρή ζωή, μπορεί να είναι γεμάτη προκλήσεις. Ολόκληρη η ιστορία του ανθρώπινου γένους αποτελείται από την ανταπόκριση του ανθρώπου σε τέτοιες προκλήσεις. Και, λέγοντας ανθρώπου, εννοούμε τους κοινούς ανθρώπους, γιατί αυτοί είναι που κάνουν την ιστορία, όχι τους λεγόμενους «μεγάλους άντρες» οι οποίοι απλώς πλέουν με το ρεύμα και τυχαία λόγω θέσεως στο ρυάκι, συμβαίνει να αντανακλούν τις λαμπρότερες ακτίνες του ήλιου της προόδου.

Υπάρχει πρόκληση στο να βρει κανείς τη θέση του στην κοινωνία. Υπάρχει πρόκληση στο επάγγελμα που διαλέγει ν' ακολουθήσει. Υπάρχει πρόκληση στο να κρατήσει ενωμένη μια οικογένεια, ενάντια σε εξωτερικές δυνάμεις που απειλούν να τη διαλύσουν. Υπάρχει πρόκληση στο ν' αναθρέψει αυτή την οικογένεια, ώστε να κληρονομήσει και να βελτιώσει το μέλλον που αυτός προσπαθεί να δημιουργήσει. Υπάρχει πρόκληση σ' αυτές και πολλές άλλες δραστηριότητες παραπάνω από αρκετές για ν' απασχολήσουν και τους πιο περιπετειώδεις ανθρώπους για αρκετές ζωές, χωρίς να χρειαστεί να καταφύγουν στη δημιουργία νέων προκλήσεων που αλλιώς δεν θα υπήρχαν.

Όταν βλέπω τριγύρω τους φίλους μου και συζητάω μαζί τους αναγκάζομαι να συμπεράνω ότι δεν έχουν κανένα γνήσιο λόγο για τον οποίο να θέλουν να σκαρφαλώνουν στα βουνά και συχνά το κάνουν μόνο σαν αποτέλεσμα κάποιου τυχαίου γεγονότος.

Όταν σκέφτομαι μερικούς ανθρώπους, ειδικά, από τους οποίους πολλοί είναι ανάμεσα στους πιο έμπειρους ειδικούς του αθλήματος, συνειδητοποιώ ότι θα μπορούσαν εξ ίσου καλά να είχαν διαπρέψει στο ποδόσφαιρο, στο γκολφ, στο τένις, την ιστιοπλοΐα ή σε κάποιο άλλο, τελείως άσχετο, πεδίο δράσης.

Σε κάποια τέτοια στιγμή, είδαν μπροστά τους ένα λόφο ή ένα βράχο αντί για μια μπάλα, ένα γήπεδο γκολφ, μια ρακέτα του τένις ή ένα κότερο. Ξόδεψαν ενέργεια και το διασκέδασαν, με αποτέλεσμα να ξαναγυρίσουν για να επαναλάβουν την εμπειρία. Πολύ γρήγορα ήρθαν σ' επαφή με άλλους, που έκαναν το ίδιο και μέσα σε μερικές ώρες, ή πιθανόν και λεπτά, δημιουργήθηκαν καινούργιοι φίλοι: φίλοι, που είχαν μια πολύ πιο μεταδοτική σοβαρή συμπεριφορά προς το άθλημα τους.

Η επίδραση απλώθηκε γρήγορα και οι καινούργιοι βρέθηκαν μέλη μιας ανθίζουσας αδελφότητας, τόσο πολύ που έφτασαν να πιστεύουν ότι πάντα ήθελαν να γίνουν ορειβάτες
και ότι τίποτα άλλο δεν θα μπορούσε να τους έχει ικανοποιήσει. Από κει και πέρα, η πρόοδος τους θ' ακολουθούσε ένα σχέδιο που θα διέφερε από τον έναν στον άλλο, μόνο στις λεπτομέρειες του.

Γρήγορα θα μάθαιναν ότι οι αναβάσεις διέφεραν σε δυσκολία, από την εύκολη σαν σκάλα, μέχρι το πραγματικά αδύνατο και με τη γνώση αυτή θα ερχόταν η συνειδητοποίηση μιας έντονα ανταγωνιστικής ατμόσφαιρας, ένα κλίμα ανταγωνιστικότητας, όχι όπως ίσως θα περίμεναν μεταξύ ανθρώπου και βουνού, αλλά μεταξύ ανθρώπου και ανθρώπου, θα άρχιζαν να μετρούν την αξία του, όχι ανάλογα με το πόσο καλά έκαναν μια συγκεκριμένη διαδρομή, αλλά με σύγκριση των επιτυχιών τους μ' αυτές των άλλων.

Όσο κι αν σκαρφάλωναν, θα συνειδητοποιούσαν ότι πρέπει να φτάσουν ένα ορισμένο ψηλό επίπεδο ανταγωνιστικότητας και να το συντηρούν τακτικά, πριν γίνουν γενικά αποδεκτοί σαν κανονικά μέλη. Η αφοσίωση του θα μεγάλωνε μέχρι να φτάσουν το επίπεδο αυτό. Τότε, θα έβλεπαν μπροστά τους την επίλεκτη ομάδα που περιελάμβανε τους αναγνωρισμένους δασκάλους του αθλήματος: αυτούς που σταθερά ανέβαιναν στα πιο ψηλά επίπεδα, σε κομμάτια βράχου που φαίνονταν φυλαγμένα μόνο γι' αυτούς, θα ήταν τα ονόματα αυτών των λίγων που θα είχαν ακούσει σε συζητήσεις ή διάβασαν περιοδικά γιατί αυτοί πετύχαιναν εκεί που λίγοι επιχειρούσαν να πάνε ή ίσως εκεί που κανείς άλλος δεν είχε πετύχει πριν από αυτούς.

Ίσως θα προσπαθούσαν να μπουν στην ομάδα αυτή ή το πιθανότερο θα είχαν αναγνωρίσει το επίπεδο της σαν ανώτερο των δυνατοτήτων τους και θα αρκούνταν ικανοποιημένοι στο να ενισχύσουν τις ήδη κερδισμένες θέσεις τους. Όποια εκλογή κι αν έκαναν θα έφταναν στο δικό τους επίπεδο επιτυχίας, θα το κρατούσαν για ένα - δυο χρόνια και μετά θ' άρχιζαν να πέφτουν κάτω απ' αυτό, όπως οι ζωές τους θα έπαιρναν νέες διευθύνσεις και υποχρεώσεις.

Μπορεί να έκαναν μια προσπάθεια να κρατηθούν για λίγο ακόμα, αλλά θα το έβρισκαν όλο και πιο δύσκολο. Θα έβρισκαν τον εαυτό τους να σέρνεται αργά προς τη μέση ηλικία, ρίχνοντας ένα ακόμα πιο νοσταλγικό βλέμμα πίσω, σε μια σύντομη περίοδο της ζωής τους στην οποία γεύτηκαν μια γλυκιά ελευθερία, που όμως, δεν είχε καμιά σχέση με ό,τι επρόκειτο να συμβεί (αργότερα).

Κατά την περίοδο αυτή, η αναρρίχηση βράχων και βουνών φαίνονταν σαν αυτοσκοπός, αλλά το αναδρομικό βλέμμα της ωριμότητας θα έδειχνε αυτό που πραγματικά ήταν: μια σύντομη απόδραση από τις έγνοιες, ένα πρόσκαιρο διάλειμμα ανάμεσα στο άγχος της εφηβείας και τις ευθύνες της ενηλικίωσης, ένα ευχάριστο λιβάδι στο οποίο είχαν ξεμείνει και περιπλανηθεί άσκοπα μέχρι που το ρεύμα της ανθρωπότητας, που περνούσε τους τράβηξε πίσω, μέσα στο πλήθος.

Όμως, υπάρχουν μερικοί, ίσως όχι περισσότεροι από ένας - δυο σε κάθε γενιά, που δεν φαίνονται ν' ακολουθούν το σχέδιο. Δεν αφήνουν τον εαυτό τους ούτε να παρασυρθεί από το κεντρικό ρεύμα, ούτε να στριφογυρίζει στις δίνες, αλλά βλέπουν τη ζωή τους να προχωρεί σε μια κατεύθυνση της δικής τους επιλογής και διαλέγουν το δρόμο τους προσεκτικά από τη μια πέτρα που πατούν στην επόμενη. Μερικές φορές κολυμπούν στη μέση του ποταμού. Άλλοτε πλατσουρίζουν σε νερά λιμνάζοντα. Ποτέ, όμως, χωρίς σκοπό. Βλέπουν κάθε κίνηση να οδηγεί σ' ένα συγκεκριμένο στόχο, ο οποίος από τη στιγμή που θα επιτευχθεί, γρήγορα ξεχνιέται για χάρη του επόμενου. Οι στόχοι αυτοί, μπορεί φαινομενικά να έχουν σημασία μόνο για το ενδιαφερόμενο άτομο, αλλά όταν επιτευχθούν, αλλάζουν, αν και πολύ ελαφρά, την κατεύθυνση που ακολουθεί το πολύ νερό του ποταμού.
Νιώθω συχνά, ότι αν ένας αρκετά μεγάλος αριθμός ανθρώπων ήταν έτοιμος να ενεργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο, τότε ίσως, να μπορούσε ν' αλλάξει κι ολόκληρη η πορεία του ποταμού. διαβάστε ολόκληρο το κείμενο...

Τρίτη 3 Μαρτίου 2009

Άγραφα - Ανάβαση στο Βουτσικάκι (2154μ) 21-22/2/2009

Όλα ήταν άσπρα και παγωμένα και το χιόνι κατέβαινε μέχρι τη λίμνη. Ήπιαμε έναν καφέ στον ωραίο ξενώνα και συνεχίσαμε για το καταφύγιο με τα πόδια, αφήνοντας τα αυτοκίνητα στην είσοδο του χωριού. Ο δρόμος Νεράιδα – Καταφύγιο είναι έξι χιλιόμετρα. Παγωνιά παντού.

Το Βουτσικάκι ανήκει στα Άγραφα και στην οροσειρά της νότιας Πίνδου. Δεσπόζει πάνω από τη Λίμνη Πλαστήρα, τη γνωστή τεχνητή λίμνη που το επίσημό της όνομα είναι λίμνη Ταυρωπού. Σχηματίστηκε το 1959 με την κατασκευή του φράγματος στον ποταμό Ταυρωπό ή Μέγδοβα, η δε ιδέα για την κατασκευή της αποδόθηκε μετέπειτα στον στρατιωτικό και πολιτικό Νικόλαο Πλαστήρα, απ’ τον οποίο πήρε και το όνομα.

Η Λίμνη Πλαστήρα είναι περίπου 20 χιλιόμετρα από την Καρδίτσα. Κάναμε από βόρεια το κύκλο της Λίμνης και ανεβήκαμε στη Νεράιδα, ένα όμορφο χωριό, στο οποίο παραθέριζε ο Νικόλαος Πλαστήρας. Η Νεράιδα είναι σε υψόμετρο 1150 μ. μέσα στα έλατα με μια καταπληκτική θέα προς τη λίμνη και το Θεσσαλικό κάμπο.

Τα έργα της ορεινής οδοποιίας συνεχίζονται. Έγινε η παράκαμψη της Νεράιδας και στρώθηκε με άσφαλτο η μισή διαδρομή μέχρι το καταφύγιο. Πάντα θα βρίσκουν το λόγο οι άνθρωποι να ρίχνουν άσφαλτο στα βουνά. Όσους και να ρωτήσεις το θεωρούν αυτονόητο. Προπαντός δεν λερώνονται τα πολύτιμα αυτοκίνητά τους.Εμείς με τα πόδια, αραιά, ανάλογα με τη διάθεση για εκτόνωση και διαφορετικές ταχύτητες. Ο καθένας στη μοναξιά του. Κι αν μέσα στην μοναξιά και την ερημιά, σου επιτεθούν οι λύκοι; “Οι λύκοι επιτίθενται σε ανθρώπους σπάνια και μόνον αν τους ξαφνιάσεις και αισθανθούν παγιδευμένοι”. Λύκε σε φοβάμαι, λύκε σ’ αγαπώ…

Το νέο “ορειβατικό καταφύγιο Αγράφων” βρίσκεται σε υψόμετρο 1.540 μ στην περιοχή "Καραμανώλη". Πέτρινο κτίριο με κεντρική θέρμανση, τζάκι, κουκέτες, κουβέρτες, κουζίνα, τουαλέτες,. άνετη τραπεζαρία, που μπορεί να φιλοξενήσει μέχρι 25 άτομα. Αυτή τη φορά γέμισε με το παραπάνω. Ακόμα και στο διάδρομο στήθηκαν κρεβάτια. Ήταν η σχολή ορειβασίας με τον Λάζαρο Μποτέλη, εκπαιδευτή ορειβασίας και αναρρίχησης, με 25 ορειβάτες από τη βόρεια Ελλάδα.
Παλιότερα θυμάμαι μόνο το παλιό ξύλινο καταφύγιο του Δασαρχείου Καρδίτσας. Τα πράγματα αλλάζουν. Τώρα, εκτός από το καινούργιο καταφύγιο, λειτουργεί και το καταφύγιο του Ορειβατικού Χιονοδρομικού Ομίλου Καρδίτσας με δυνατότητα φιλοξενίας 17 ατόμων, με στοιχειώδη εξοπλισμό και με αναφορές στο χιονοδρομικό κέντρο. Το μικρό χιονοδρομικό είναι το “κερασάκι στην τούρτα” για την “ανάπτυξη” της περιοχής. Η αλήθεια είναι ότι σίγουρα η λειτουργία του επιδοτείται. Τα έσοδά του δεν νομίζω να επαρκούν για τη φροντίδα και τη συντήρησή του. Τα περισσότερα έξοδα, αν δεν κάνω λάθος, τα αναλαμβάνει η νομαρχία ή η Αναπτυξιακή μέσα από διάφορα προγράμματα. Λένε ότι όλες οι επιχειρήσεις των χιονοδρομικών κέντρων στην Ελλάδα είναι ζημιογόνες… Γιατί να αποτελεί εξαίρεση;Μετά την νόστιμη μακαρονάδα με τις ειδικές σάλτσες της Λένας και της Ξανθής, ο ύπνος έπρεπε να είναι βαρύς. Αλλά αυτά τα ροχαλητάαααα… χαλάνε διαθέσεις. Τις ωτοασπίδες μου… το σιγαστήρα σου….Να βγώ έξω, να αλυχτήσω με τους λύκους…

Η πρωινή αναχώρηση ήταν “μέχρι εκεί που θα μπορέσουμε ή θα μας επιτρέψει το βουνό”. Για καλό και για κακό πήραμε και τη φωτογραφική μηχανή, αν χρειαστεί να σκηνοθετήσουμε μια κορυφή, για τους άπιστους. Αλλά να που το βουνό μας επέτρεψε κι αυτή τη φορά να σπαταλήσουμε λίγο από την ησυχία της κορυφής του. Να αγγίξουμε λίγο, απαλά, τις άκρες του και τις χιονισμένες του πλαγιές.

Σε αντίθεση με τις τόσες τεχνικές γιορτές, που κάποιοι εφευρίσκουν, αυτή η ανάβαση ήταν μια αληθινή γιορτή μέσα στη φύση. Ήταν τα ανεπανάληπτα παιχνίδια του χιονιού, τα κρύσταλλα που κρέμονταν από τα κλωνάρια, οι χιονόμπαλες των μικρών ελάτων… Ηδονοβλεψίες κι εμείς της χιονισμένης φύσης σε κοντινό πλάνο, γιατί η ομίχλη δεν άφηνε πολλά περιθώρια για μακριά. Σε μια ώρα ήμασταν στο μνημείο του ανεμοπτεριστή, που χάθηκε πριν λίγα χρόνια. Η “πλάτη” με τις δύο κορυφές, την Τέμπλα (1808 μ) και δεξιά την Πετσαλούδα (1824 μ) είναι μακρινάρι. Ευτυχώς, να λέμε την αλήθεια, που τα παιδιά της σχολής άνοιξαν το δρόμο το προηγούμενο απόγευμα. Αλλιώς μάλλον θα ήταν μια αποτυχημένη προσπάθεια. Το χιόνι ήταν πολύ. Σε πολλά σημεία πρέπει να περνούσε το ένα μέτρο.

Αρχίζουμε να κατεβαίνουμε για το διάσελο – ή σέλα όπως λέει ο Κωστής. Εδώ το χιόνι είναι λίγο, γιατί έχει δυνατούς ανέμους. Ευτυχώς δεν είχε αέρα, γιατί άντε να βρεις τα ίχνη. Στο μεταξύ το χιόνι άρχισε να πέφτει ψιλό και πυκνό “Πού πάω, πού πάμε σε τέτοιους καιρούς”; Αλλά γιατί να φοβηθούμε; Δεν ακολουθούμε τα χνάρια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, αλλά τα χνάρια φίλων ορειβατών σε μια ζεστή φιλική ατμόσφαιρα. Και δεν πρόκειται για καμιά “συνάντηση κορυφής” των 27 ηγετών της Ευρώπης, αλλά για μια “συνάντηση στην κορυφή” ενός φιλικού για μας βουνού.

Να και η κόψη! Προσέξτε εδώ. Από δω μην κοιτάτε. Ή είμαστε κορυφάκηδες ή δεν είμαστε… Υποσχεθήκαμε κορυφή…δεν σταματάμε εδώ. “Είμαστε Ρεαλιστές Επιδιώκουμε Το Αδύνατο! Ε.Ρ.Ε.Τ.Α” Να και η κορυφή! Δυστυχώς δεν έχουμε ορατότητα. Μόνο με τη φαντασία μας “βλέπουμε” τα γύρω βουνά. Βορειοδυτικά η Καζάρμα και νοτιοανατολικά το Μπορλέρο. Νοτιοδυτικά η Νιάλα …και μέσα στην μακαριότητά μας καμαρώνουμε ότι είμαστε οι μοναδικοί. Ήμασταν οι μοναδικοί στην κορυφή στο Βουτσικάκι για κείνη τη μέρα. Λίγο είναι;; Πόσες είναι οι μοναδικότητες που εξασφαλίζουμε κάθε μέρα;
Φωτογραφίες και ξανά κάτω. Γλιστράει τώρα…τι να τα κάνεις τα κραμπόν. Ξανά ανέβασμα μετά το διάσελο. Αμάν αυτή η ανηφόρα Τώρα το χιόνι πέφτει πιο πυκνό Καμιά φορά η επιστροφή γίνεται γλυκιά. Συνολική διάρκεια 5,5 ώρεςΧαιρετάμε το Βασίλη, τον υπεύθυνο του Καταφυγίου, και φεύγουμε γρήγορα με το φόβο του χιονιού. Μη μας κλείσει στη Νεράιδα και ποιος βάζει αλυσίδες Εδώ παπάς, εκεί παπάς, εδώ πατάς, εκεί πατάς, πόσες φορές μέτρησες τον πάγο κάνοντας σπαγγάτο…Χώρια το μάτιασμα του Δημήτρη. Μακριά από γαλανομάτη στο χιόνι και στον πάγο…

Μοναδικό τρέξιμο, προπόνηση στον παγωμένο δρόμο, πρώτη φορά το κάνω με σακίδιο και αθλητική …ορειβατική μπότα. Η σκέψη τρέχει το ίδιο με τα πόδια. Το Βουτσικάκι απέκτησε κι άλλους φίλους και θαυμαστές.

Στέφανος Σταμέλλος διαβάστε ολόκληρο το κείμενο...

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2009

ΛΟΥΤΡΑ ΘΕΡΜΟΠΥΛΩΝ ΠΡΟΣ ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΟ 11.1.2009

Χρειάζεται πότε πότε καμιά μοναχική πορεία. Η επιλογή για το Καλλίδρομο έγινε για να υπάρχει η δυνατότητα γρήγορης επιστροφής και για να ολοκληρωθεί μια διαδρομή, που την έχουμε αφήσει στη μέση δύο φορές ως τώρα. Και αυτή τη φορά δυστυχώς έμεινε στη μέση. Είχα την ελπίδα ότι θα συναντήσω ή θα έριχνε χιόνι. Να το χαρώ λίγο. Αλλά δεν…. Γενικά δεν ήταν η καλύτερη μέρα για βουνό… Καιρός με ψιλόβρεχο, μούχλα και λάσπη, σύννεφα και ομίχλη ψηλότερα, με όχι και τόσο καλή ορατότητα.

Το μονοπάτι ξεκινάει από τα Λουτρά Θερμοπυλών. Δεν είναι σημαδεμένο. Ακολουθεί τον μαύρο πλαστικό σωλήνα του υδραγωγείου. Στην αρχή είναι χωματόδρομος, μετά γίνεται μονοπάτι μέσα στην πυκνή βλάστηση, έτοιμο να κλείσει, πλησιάζει στο ρέμα και το φαράγγι, ακολουθεί δύσκολη ανηφόρα μέσα σε κοτρώνες και βράχια στο πλάι του φαραγγιού και ξαναμπαίνει στο δάσος μέχρι να φθάσει στον δασικό δρόμο. Ο δασικός δρόμος έρχεται από ψηλά και εξυπηρετεί κατά κύριο λόγο τώρα τους κυνηγούς και τους λαθροϋλοτόμους.

Η βλάστηση είναι πλούσια, κυρίως με αειθαλή: Πικροδάφνες, κουμαριές, σχίνα, πουρνάρια, φιλίκια, αριές, ορισμένα πεύκα γύρω από τα θερμά, τα έλατα ψηλότερα, αναρριχόμενα αγράμπελη και κισσό, και πολλοί θάμνοι: κουνούκλες και ασφάκες, θυμάρια, άγρια χόρτα και όλων των ειδών τα βότανα: ρίγανη, άγριες μέντες, φουσκλούνια, φασκομηλιές, τσουκνίδες κά. Ψηλότερα βελανιδιές με το ιδιαίτερο χρώμα τους αυτή την εποχή, το καφέ. Μαζί με τα πλατάνια στις ρεματιές, είναι το μόνα σχεδόν φυλλοβόλα της περιοχής.Ανεβαίνοντας άκουσα τις πρώτες τουφεκιές, που βούιξαν τα ρέματα. Αναγκάστηκα να βγάλω τη σφυρίχτρα για να μη γίνω… αγριογούρουνο. Οι φωνές και τα χουχουτά που ακολούθησαν, μαζί με τις απανωτές τουφεκιές θύμιζαν “απάτσι”. Στην αρχή νόμισα ότι το σκότωσαν το αγριογούρουνο και πανηγυρίζουν. Μετά κατάλαβα ότι όλα αυτά ήταν στην τακτική για να “σηκώσουν” τα γουρούνια, που πιθανόν να κάνανε “λούφα”…Ο γνωστός άγριος πόλεμος των κυνηγών με τη φύση.

Βγαίνοντας στο δασικό δρόμο συνάντησα τον πρώτο πολεμιστή – κυνηγό, ο οποίος μου είπε ότι έχει πολλά καρτέρια στο δρόμο και άρα είναι επικίνδυνο να συνεχίσω. Συνέχισα λίγο προσεκτικά με τη σφυρίχτρα και με πολύ άγχος. Με τραβούσε η θέα του χιονιού ψηλά, αλλά και το όμορφο δάσος της βελανιδιάς με τα λίγα σκούρα καφέ φύλλα και η όμορφη θέα προς τον κάμπο και τον Μαλιακό, οι εκβολές του Σπερχειού, το Λιβάρι, οι δαντελωτές ακτές.Τα όμορφα δέντρα, όμορφα κόβονται…παράνομη υλοτομία;;

Βγήκα πάνω από το βράχο, ακριβώς πάνω από τις θερμές πηγές. Η θέα, λες και είσαι σε αεροπλάνο. Κάτω τα “έργα”. Ο ΠΑΘΕ, ο Ε65 και τα έργα του ΟΣΕ, που άλλαξαν την εικόνα της περιοχής και την ανακάτεψαν κυριολεκτικα. Το μνημείο του Λεωνίδα, τα εγκαταλελειμμένα πια ξενοδοχεία του ΕΟΤ και οι θερμές πηγές να αχνίζουν. Παραπέρα το χωριό Θερμοπύλες. Μια αίσθηση από “αρχαία σκουριά”, ο Λεωνίδας, ο Ξέρξης, ο Εφιάλτης… Όμως τελικά τη σκέψη μου την τράβηξε αυτό το “βάρβαρο”, που ζούσα γύρω μου. Δεν μπορούσα να ηρεμίσω, να χαρώ τις εικόνες, να απολαύσω το ελαφρύ θρόισμα των φύλλων, να ακούσω το βουητό του ρέματος - το τραγούδι των Αμαδρυάδων και σε κάθε περίπτωση να μου κάνει τη χάρη να πεταχτεί και κανένας κότσυφας.…Αναγκάστηκα να επιστρέψω. Έπρεπε να ρισκάρω πολύ να συνεχίσω, αφού σε κάθε στροφή είχαν καρτέρι. Ήμουνα σε ξένο έδαφος, σε εμπόλεμη ζώνη…

Γύρισα από τα ίδια. Στην επιστροφή έκανα και λίγο βοτανική. Λέω να κάνω σιγά σιγά τον βοτανικό μου κήπο με τα αντιπροσωπευτικά είδη της χλωρίδας μας. Κάτι θα καταφέρω…Τα γίδια μόνο μέσα στα ξενοδοχεία δεν μπήκαν… Έπιναν το ζεστό νερό μέσα από το φράχτη. "Το πίνουν γιατί είναι αλμυρό" μου λέει ο τσοπάνος... Δεν το ήξερα… Ζώα και άνθρωποι απολαμβάνουν τις θερμές πηγές, ο καθένας με τον τρόπο του…Να λοιπόν μια ακόμα χρήση του θερμού νερού, εκτός από τη γεωθερμία… Να ποτίζουμε τα ζώα μας

Στην εικόνα των σκουπιδιών στα Λουτρά θυμήθηκα το παρακάτω σχόλιο, που είχα βρει στο http://www.astrologicon.org και το είχα ξαναδημοσιεύσει:“Σκουπίδια, σκουριασμένα σίδερα, τσιμεντάρισμα κλπ, συνθέτουν την εικόνα της εγκατάλειψης του "έλαμωρετώραδενβαριέσαιναπούμ" που μας χαρακτηρίζει ως ραγιάδες.

Ντροπή στους δημότες της περιοχής........Δεν θα μπορούσε δηλαδή ο δήμος της περιοχής να είχε φτιάξει κάπως το μέρος;

Δεν θα ήταν όμορφο, τα νερά πριν χυθούν - χαθούν στην θάλασσα να έπεφταν σε μία (πετρόκτιστη) πισίνα, όπως γίνεται και με τα θερμά λουτρά της Αριδαίας;

Δεν θα ήταν όμορφο γύρω από την πισίνα αυτή να υπήρχαν φυτεμένα δένδρα, λίγο πιο πέρα από την πισίνα να υπήρχε κάποια καφετερία με τραπεζάκια και γενικά ένας όμορφος χώρος που και κόσμο να τραβάει, και χρήμα να αποφέρει στην περιοχή;

Δεν βαριέσαι σου λέει καημένε. Αυτά είναι για πολιτισμένους ανθρώπους.
Μήπως θα ήταν καλύτερα να το πάρει κάποια ξένη εταιρεία να το εκμεταλλευτεί, αφού εμείς είμαστε ανάξιοι, και να προσλάβει και μερικούς Έλληνες για κηπουρούς ή καθαρίστριες ...”
διαβάστε ολόκληρο το κείμενο...

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2008

ΘΕΟΔΩΡΙΑΝΑ - ΚΑΤΑΦΙΔΙ (2393μ) 25 Οκτ - 28 Οκτ 2008


Στα Θεοδώριανα βρεθήκαμε ψάχνοντας για ξενώνα στην περιοχή των Τζουμέρκων. Ο Ευκλείδης και η Ειρήνη είχαν παρακαλέσει να συναντηθούμε σ' αυτή την περιοχή της Πίνδου. Το είχαν τάξει στον εαυτό τους. Για μας, ήμασταν η μικρή ορειβατική ομάδα των Οικολόγων Πράσινων. Τα Τζουμέρκα ανήκουν στην κεντρική Πίνδο και μαζί με την Κακαρδίτσα(2.469μ) αποτελούν τα Αθαμάνια όρη. Οι πιο γνωστές κορυφές τους είναι το Καταφίδι (Πυραμίδα, όπως τη λένε οι ντόπιοι) με υψόμετρο 2.393 μ και η Στρουγκούλα με 2.112 μ. Είναι η δεύτερη φορά που επισκεπτόμαστε τον ευρύτερο χώρο και μάλιστα αυτή την εποχή. Μια περιοχή που ανήκει κυρίως στο νομό Aρτας, αλλά και στους νομούς Ιωαννίνων και Τρικάλων.

Σχεδόν πάντα στέκομαι πραγματικά εντυπωσιασμένος μπροστά στο μοναδικό μεγαλείο των βουνών της πατρίδας μας. Η μοναδικότητα του καθένα αποτυπώνεται στη λεπτομέρεια. Και οι “λεπτομέρειες” στα Τζουμέρκα είναι πολλές. Οι μεγάλες ορθοπλαγιές, τα πλούσια νερά και οι καταρράκτες, τα όμορφα χωριά χωμένα μέσα στο πράσινο, και ειδικά τώρα το Φθινόπωρο τα γήινα χρώματα με τις αποχρώσεις του καφέ, του κίτρινου και του πράσινου, αλλά και οι χαμογελαστοί, ζεστοί και φιλόξενοι άνθρωποι.

Η ποικιλία και οι λεπτομέρειες επιβεβαιώνουν την αίσθηση της ομορφιάς με ελευθερία. Και όλα “μιλάνε”. Με γλέντι και χορό, με περηφάνια και καμάρι, με χαμόγελο και καλοσύνη, με ζεστασιά και φιλοξενία. Φύση και άνθρωποι “δικοί μας”, λες και είμαστε κάθε μέρα μαζί.

“Ό,τι ζεις στην έκσταση ποτέ δε θα μπορέσεις να το στερεώσεις σε λόγο. Όμως μάχου ακατάπαυτα να το στερεώσεις σε λόγο. Πολέμα με μύθους, με παρομοίωσες, με αλληγορίες, με κοινές και σπάνιες λέξες, με κραυγές και με ρίμες να του δώσεις σάρκα, να στερεώσει!” Λέει ο Καζαντζάκης στην ΑΣΚΗΤΙΚΗ. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι μπορεί ο καθένας με ευκολία, και μάλιστα με κανόνες περιηγητικούς, να περιγράψει όλα αυτά. Πόσο μάλλον εγώ. Κι έχοντας μόνο την ορατή πλευρά των πραγμάτων…Όμως υποσχέθηκα… Αυτή δε την φορά δεν μπορώ να αποφύγω τις αναφορές στον Καζαντζάκη. Ο Ευκλείδης μας τον “έφερε” μαζί του από την Κρήτη. Πρέπει να τον τιμήσουμε.

Πώς πάμε.

Στα Θεοδώριανα μπορεί κανείς να πάει είτε από την Aρτα (84 χιλ), είτε από τα Γιάννενα, είτε από τα Τρίκαλα (85 χιλ). Εμείς ακολουθήσαμε την Εθνική Οδό Τρικάλων – Aρτας, περνώντας την Πύλη, και πριν την Ελάτη στρίψαμε αριστερά προς Στουρναρέικα – Βαθύρεμα - Μεσοχώρα. Περάσαμε το φράγμα της Μεσοχώρας και ο δρόμος μας έβαλε στις νέες σήραγγες. Βρεθήκαμε ξαφνικά στη διασταύρωση προς Νεράιδα - Θεοδώριανα και σε περίπου ένα χιλιόμετρο είδαμε την πινακίδα που οδηγεί αριστερά προς Θεοδώριανα Σε δύο χιλιόμετρα περάσαμε τη γέφυρα δίπλα απ' το παλιό μονότοξο γεφύρι και σε λίγο ήμασταν στο χωριό με τα περισσότερα νερά στην Ελλάδα, όπως θέλουν να υπερηφανεύονται οι ίδιοι οι κάτοικοι.

Στο χωριό
Το χωριό απλώνεται στην πλαγιά σε υψόμετρο από τα 900 έως 1100 μέτρα περίπου. Πέτρινα σπίτια, καλοδιατηρημένα, πλακόστρωτοι στενοί δρόμοι, πλακόστρωτη κεντρική πλατεία, τα δέντρα. Είχαμε “κλείσει” δωμάτια στον ξενώνα “ΑΛΩΝΙ” ψηλά στο χωριό, δίπλα στο παλιό αλώνι. Πολύ καλή θέα, ζεστό οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον, καθαροί περιποιημένοι χώροι, διάθεση για εξυπηρέτηση από την Ελένη και το Χρήστο. Σπιτικό φαγητό, μαρούλια και ντοματάκια από τον κήπο, νόστιμες τηγανίτες και ο γλυκός τραχανάς της Ελένης με γάλα. Όλα υπέροχα, όπως λέει και η Ειρήνη.


Οι καταρράκτες

Φτάνοντας φύγαμε αμέσως για να προλάβουμε να απολαύσουμε μέρα τους καταρράκτες στη θέση “Σούδα”, δύο χιλιόμετρα, μισή ώρα περίπου με τα πόδια από το χωριό. Το μισό της διαδρομής είναι σε χωματόδρομο και το άλλο μισό περίπου σε μονοπάτι καλά διατηρημένο. Εντυπωσιακό το θέαμα των 28 μέτρων που πέφτει το νερό, με βουητό, στο ρέμα της Aσπρης Γκούρας και το θέαμα των κάθετων βράχων.

Το βράδυ στον ξενώνα
Επιστροφή για Βραδινό στον ξενώνα με τη συντροφιά της Ελένης. Η Ελένη, ακούραστη, θέλει να μας τα πει όλα για το χωριό της. Μαζί τραγουδήσαμε το τραγούδι της Κωστηλάτας “ψηλά στην Κωστηλάτα / στα κρύα τα νερά / χορεύουν τα κορίτσια / μαζί με τα παιδιά” Μας έκανε και μάθημα χορού, γιατί το τραγούδι αυτό χορεύεται στην πλατεία στο πανηγύρι σαν “ειδικός” χορός. Μας τραγούδησε και το τραγούδι που έγραψε η ίδια, και το τραγουδάει ο Κιτσάκης, το “ψηλά στα Θεοδώριανα / σιμά στην Κωστηλάτα / γεννήθηκε η αγάπη μου / ξανθιά γαλανομάτα” Μας εξήγησε πώς χορεύεται ο παραδοσιακός δικάγγελος και τρικάγγελος χορός στο πανηγύρι του 15Αύγουστου στην πλατεία του χωριού

Ιστορικά και άλλα

Με το Χρήστο συζητήσαμε για την ιστορία του χωριού και ιδιαίτερα για τη νεώτερη Για την κατοχή και το στρατηγείο των Εγγλέζων, τον βομβαρδισμό του χωριού από τους Γερμανούς και το θάνατο των έξι κοριτσιών που σκάλιζαν στα χωράφια, για τον Aρη με τους 800 μαχητές του ΕΛΑΣ που πέρασαν έναν ολόκληρο χειμώνα στο χωριό ονομάζοντας τα Θεοδώριανα “μικρό Καναδά”, για τον “καπεταν Παλιούρα” το δεξί χέρι του Aρη, που αυτοκτόνησε στις αρχές του εμφυλίου.

Μας είπε για τις 13.000 πρόβατα που ανεβαίνουν κάθε καλοκαίρι στις πλαγιές από τα χειμαδιά. Για τις εξήντα πηγές και το εργοστάσιο εμφιάλωσης, που πρόκειται να γίνει. Ιδιαίτερα μας μίλησε για τις προθέσεις και τις μεθοδεύσεις εταιρείας για κατασκευή δύο υδροηλεκτρικών εργοστασίων, για τις αντιδράσεις του χωριού και τον πολύ σημαντικό ρόλο του Συλλόγου “ΟΡΕΙΝΟΙ” σ' αυτόν τον αγώνα και γενικότερα στον αγώνα για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και την θεσμοθέτηση της ευρύτερης περιοχής των Τζουμέρκων ως Εθνικού Πάρκου.

Η ανάβαση στο Καταφίδι (Πυραμίδα)

Ξυπνήσαμε πρωί πρωί και ξεκινήσαμε την ανάβαση με ελαφριά συννεφιά και με το φόβο της βροχής, γιατί ψηλά τα σύννεφα σκέπαζαν τις κορυφές. Ακολουθήσαμε τον χωματόδρομο προς τον ξενώνα “ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ” και συνεχίσαμε με κατεύθυνση την Κωστηλάτα. Ο ξενώνας “ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ” έχει τρία δωμάτια και ταβέρνα. Υποτίθεται ότι έγινε καταφύγιο για ορειβάτες, αλλά ήταν μια κακή επιλογή. Λογικά έπρεπε να γίνει ψηλότερα προς την Κωστηλάτα… Απέναντι και χαμηλότερα το γήπεδο, που κατασκευάστηκε σε δύσκολο έδαφος με κατολισθήσεις. Ψηλότερα φαίνεται το μοναχικό έλατο με τα τεράστια κλωνάρια, στο οποίο φθάσαμε σε 50' περίπου κόβοντας τις τραβέρσες του δρόμου. Πολλές καρυδιές, κορομηλιές, ξινομηλιές, γκορτζιές, κρανιές, έλατα, κέδρα, κουτσουπιές, λίγες βελανιδιές, πουρνάρια και κερασιές, τα δέντρα.

Μονοπάτι δεν μπορέσαμε να βρούμε. Επιλέγουμε τη λύση του χωματόδρομου με κάποια κοψίματα. Είμαστε στα λιβάδια της Κάτω Κωστηλάτας. Η Κωστηλάτα έχει έκταση 10.000 στρεμμάτων περίπου, ανήκει στον Αναγκαστικό Συνεταιρισμό Ακινήτου Θεοδωριάνων και βόσκουν σ' αυτή περίπου 5.000 πρόβατα. Το μοναδικό κοπάδι που έμεινε πίσω ακόμα, και δεν έφυγε για τα χειμαδιά, είναι αυτό της Γιώτας με τα δύο σκυλιά. Φωνάξαμε μήπως μας ακούσει, αλλά άδικα. Όμως οφείλουμε κι από δω να την ευχαριστήσουμε για την πολύ νόστιμη παραδοσιακή χορτόπιτά της. Για μας μπαμπανέτσα ή μπλανό ή πλαστό ή μπατσαριά.

Γέλια, ανέκδοτα, πειράγματα, ιστορίες, η κούραση, το δέος, η απόλαυση, ανάκατα συναισθήματα. Συναντήσαμε μερικά κτηνοτροφικά σπίτια, στάνες και ποτίστρες σε όλη σχεδόν τη διαδρομή. Ο χωματόδρομος έχει πάθει μεγάλες ζημιές από την τελευταία νεροποντή. Έγινε μια μερική αποκατάσταση στο πρώτο τμήμα πριν την Κιάφα, ίσως για να φορτωθούν τα πρόβατα στα φορτηγά για τα χειμαδιά. Περνάμε την Κιάφα στα 1800 μ, συνεχίζουμε απέναντι στον Καλόγερο στα 1950 μ και μετά από ορισμένες τραβέρσες βρισκόμαστε περίπου στα 2250, κάτω από την κορυφή. Αφήνουμε το χωματόδρομο λίγο πριν το διάσελο και κάνουμε κάθετη ανάβαση βγαίνοντας στην κόψη με το απότομο προς την άλλη μεριά. Είμαστε σε ομίχλη και κάτω φαίνεται ένας ωκεανός τα σύννεφα και η …ψυχή στην κούλουρη. Τι σκέφτεσαι; πόσο φοβάσαι; Πεινάς και δεν το λες;

“Διαλέγω τον ανήφορο, γιατί κατά κει με σπρώχνει η καρδιά μου. «Απάνω! Απάνω! Απάνω!” φωνάζει η καρδιά μου, και την ακολουθώ μ' εμπιστοσύνη”.

“Αγάπα τον κίντυνο. Τι είναι το πιο δύσκολο; Αυτό θέλω! Ποιο δρόμο να πάρεις; Τον πιο κακοτράχαλον ανήφορο. Αυτόν παίρνω κι εγώ. Ακλούθα μου!” ΑΣΚΗΤΙΚΗ
του Καζαντζάκη Τι είναι η ζωή; Ένα βουνό, ένα ανέβασμα και ένα κατέβασμα ή αυτό που λέει και ο Καζαντζάκης: “Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο• καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο• το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή”.
Συνεχίζουμε στην κόψη. Ευτυχώς που δεν φυσάει. Στην κορυφή στα 2.393 μέτρα διαπιστώνουμε ότι είναι πράγματι “πυραμίδα”, γιατί οι πλευρές της είναι κάθετες. Η ορατότητα πολύ χαμηλή έως ελάχιστη. Τα καταφέραμε.

Επιστροφή από το ίδιο. Ομίχλη, κρύο, μυρωδιές βοτάνων, πού και πού το πέταγμα κάποιου πουλιού. Σ' όλη τη διαδρομή ένα δύο κοπάδια με πέρδικες. Σκελετοί ζώων διάσπαρτοι παντού. Θύματα της αρκούδας και του λύκου; Μάλλον οι αρρώστιες, που είναι αιτία για τις απώλειες, τη φύρα. Η ζημιά της μπουλντόζας στη συνέχεια του ορεινού ανάγλυφου είναι εμφανής, με άμεσο τον κίνδυνο να γίνουν οι δρόμοι χαντάκια. Γενική παρατήρηση: Δρόμοι παντού. Είμαστε στην εποχή της πολυτέλειας, της κακώς νοούμενης ανάπτυξης, του “τα θέλω όλα τώρα”. Δρόμοι υποτίθεται για τους κτηνοτρόφους, αλλά περισσότερο ίσως για τους κυνηγούς. Δεν υπάρχει πια απάτητο μέρος για τους κυνηγούς. Το σίγουρο είναι ότι πολλοί απ' αυτούς τους δρόμους θα εγκαταλειφθούν σύντομα, αφού προηγηθεί η μείωση της ορεινής κτηνοτροφίας και απαγορευτεί το κυνήγι στο Εθνικό Πάρκο, γιατί το θέλουμε εμείς οι οικολόγοι… που “πετάμε” μέχρι και αρκούδες, εκτός από φίδια και λύκους, τρομάρα μας…

Ήταν μια χαλαρή ανάβαση εννιά ωρών (5 ανάβαση, 4 κατάβαση) με πολλές στάσεις απολαμβάνοντας τη διαδρομή, μια και όλη η μέρα ήταν δική μας. Κανονικά ο χρόνος είναι κατά δύο ώρες τουλάχιστον λιγότερο. Η οικογενειακή ατμόσφαιρα του ξενώνα μας ξεκούραζε ακόμα και σα σκέψη κατά τη διάρκεια της επιστροφής.

Εκτός από την βελτίωση των δρόμων πρόσβασης στο χωριό (και από το Αθαμάνιο και από την Νεράιδα), η βασική μας παρατήρηση εξαντλείται στην βελτίωση των μονοπατιών. Είναι απαραίτητο για τους ορειβάτες να γίνει μια υποδειγματική σήμανση της ανάβασης στην Πυραμίδα, αλλά και των άλλων μονοπατιών γύρω από το χωριό. Είναι απαραίτητο, και για την νοικοκυρεμένη εικόνα του χωριού, να εκδοθεί ένα τουριστικό έντυπο και να μοιράζεται στους επισκέπτες δωρεάν με τον χάρτη της περιοχής, τα αξιοθέατα, τα μονοπάτια, την ιστορία κλπ Αυτό δεν είναι δύσκολο να γίνει και δεν απαιτούνται μεγάλες δαπάνες. Θέλουμε ήπια διαχείριση του περιβάλλοντος και ήπιες μορφές ανάπτυξης με όρους βιωσιμότητας. Προστατεύουμε τους φυσικούς πόρους, που είναι για την περιοχή το έδαφος, το νερό, το δάσος. “Προσέχουμε για να έχουμε”. Όχι στα Υδροηλεκτρικά, ναι στη θεσμοθέτηση του Εθνικού Πάρκου, όχι στο κυνήγι. Οι προτάσεις και οι παρατηρήσεις μας έχουν έναν στόχο: να υπηρετήσουν, να διορθώσουν και να αποδείξουν ότι οι ορεινοί όγκοι και τα χωριά μας έχουν ένα ελπιδοφόρο μέλλον.

Στέφανος Σταμέλλος
ορειβάτης, Λαμία
διαβάστε ολόκληρο το κείμενο...

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2008

Τα πρώτα χιόνια στα βουνά.
Η νέα ορειβατική περίοδος άρχισε καλά

Πολύ καλά ξεκίνησε η νέα ορειβατική περίοδος με χιόνια (δεν το περιμέναμε) στα βουνά μας! Δείτε τη χιονισμένη Λιάκουρα στον Παρνασσό. Μια ορειβασία γεμάτη εκπλήξεις από Κελάρια, Γεροντόβραχο, Λιάκουρα με πολύ ομίχλη και χιόνι.
Όσοι δεν προλάβατε να το χαρείτε, χάσατε!!
Το βουνό συνεχίζει να είναι για μας πεδίο ιδανικό, τόπος ανάτασης του σώματος και της ψυχής μας

διαβάστε ολόκληρο το κείμενο...

Κυριακή 10 Αυγούστου 2008

ΑΘΩΣ (2.033μ) 23-26/7/2008
ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΡΙΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ


Ήταν μια ξαφνική πρόταση από τον Κώστα η επίσκεψη στον Άθω, στο Άγιο Όρος. Πολλές φορές είχε περάσει από τη σκέψη μου, αλλά ποτέ δεν υπήρξαν οι κατάλληλες προϋποθέσεις. Ο χρόνος, η καλή παρέα, οι καιρικές συνθήκες. Αυτή τη φορά υπήρχαν όλα, άρα δεν μπορούσα να αρνηθώ. Κι έτσι βρεθήκαμε η μικρή παρέα των τεσσάρων το βράδυ της Τετάρτης στη Θεσσαλονίκη, γιατί έπρεπε την επόμενη το πρωί να είμαστε στην Ουρανούπολη.

Δεν είμαι ίσως ο κατάλληλος να γράψω αυτά που πολλοί θα ήθελαν για το Όρος. Το Άγιο Όρος, ως λίκνο της ορθοδοξίας και ιερός τόπος για πολλούς. Η δική μας επίσκεψη ήταν περισσότερο ορειβατική και λιγότερο θρησκευτική. Πολλά πράγματα που θα διαβάσετε, δεν είναι απαραίτητο να εκφράζουν ακριβώς τις σκέψεις και τις απόψεις του γράφοντα, γιατί υπάρχουν και ορισμένα, που πρέπει να τα δει κανείς κάτω από το πρίσμα της φιλοξενίας, του σεβασμού στον ιδιαίτερο χαρακτήρα της περιοχής και προπαντός να τα δει κάτω από το πρίσμα του τι αντιπροσωπεύει για πολλούς σήμερα η ορθόδοξη χριστιανική πίστη. Γίνεται προσπάθεια να μείνει το κείμενο μακριά από κρίσεις και προσωπικές απόψεις.

Το Όρος, πέρα από οτιδήποτε άλλο, έχει μια τεράστια πολιτισμική, ιστορική και γραμματειακή αξία, έναν αμύθητο πολιτιστικό και ιστορικό πλούτο και εκφράζει έναν άλλο κόσμο στην κυριολεξία. Έρχεται από το παρελθόν και προσπαθεί να κρατήσει το παρόν του σαν μια συνέχεια. Θεωρείται κέντρο του ορθόδοξου μοναχισμού και κέντρο διατήρησης και συντήρησης πλούσιου υλικού, μουσείο μοναδικού θησαυρού ελληνικής τέχνης και γραμμάτων.

Φθάσαμε στην Ουρανούπολη κατά τις 8.30 το πρωί και πήγαμε κατ’ ευθείαν να πάρουμε τα διαμονητήρια (κόστος 25 ευρώ το άτομο) Η επίσκεψη στο Aγιο Όρος επιτρέπεται όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με τον Καταστατικό χάρτη, το Τυπικό της Μοναστικής Πολιτείας, μόνο στους άντρες. Στις γυναίκες δεν επιτρέπεται ούτε η προσέγγιση στις ακτές του Όρους. Οι Έλληνες επισκέπτες πρέπει να έχουν μαζί τους ταυτότητα και απαραιτήτως τα διαμονητήρια (Τηλέφωνο για έκδοση διαμονητηρίων 2310252575). Η δήλωση πρέπει να γίνει τουλάχιστον 2 μήνες πριν, καθώς και ο ακριβής αριθμός των επισκεπτών και των στοιχείων τους, και οι οποίοι δεν πρέπει να ξεπερνούν τους πέντε Οι αλλοδαποί επισκέπτες γίνονται δεκτοί σε περιορισμένο αριθμό ημερησίως, γύρω στους δέκα. Έτσι λένε τα χαρτιά

Φύγαμε με το μικρό φεριμπώτ “ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ” στις 09.45 για τη Δάφνη (εισιτήριο 7 ευρώ το άτομο) Η πρώτη εμπειρία να ταξιδεύεις ανάμεσα μόνο σε άντρες, χωρίς την παρουσία του θηλυκού. Σκέψεις ανάκατες για το αλάτι της γης, το ένστικτο της αναπαραγωγής, το αφύσικο και τη φύση σε καταπίεση

Σε δύο ώρες περίπου φθάσαμε στη Δάφνη και αναχωρήσαμε με το “ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ” (εισιτήριο 4,40 ευρώ) για τον προορισμό μας, τον Αρσανά (λιμανάκι) των Καυσοκαλυβίων. Από κει αρχίζει το περπάτημα στις 2.30 το μεσημέρι, ανεβαίνοντας ένα ανηφορικό μονοπάτι με καλντερίμι και σκαλιά. Η ζέστη στο ζενίθ…φορτωμένοι με τα σακίδια των 15 και 18 κιλών ο καθένας

Σε 25 λεπτά βγήκαμε στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων και κατευθυνόμαστε στο αρχονταρίκι, στο Κυριακό, όπου είχαμε την πρώτη καλή φιλοξενία και μας προσφέρθηκε από τον μοναχό καφές, κουλούρι και νερό. Συνεχίζουμε το μονοπάτι. Ένα αρκετά ταλαιπωρημένο από τα μουλάρια - κι αυτά όλα αρσενικά - που με τη συνοδεία των αλβανών εργατών κουβαλάνε τα υλικά και τα τρόφιμα για τις απομακρυσμένες σκήτες και για τα έργα που γίνονται στην πλευρά αυτή του Όρους

Σε δύο ώρες περίπου φθάνουμε στον Αγιο Νείλο. Μια σκήτη με μερικές «καλύβες» - σπίτια μοναχών και βρύση με άφθονο νερό. Κατεβήκαμε στη σπηλιά όπου ασκήτεψε ο Άγιος Νείλος. Τα σκαλιά έχουν γίνει ωραία με πέτρα στο βράχο με φόντο το απέραντο γαλάζιο του Αγαίου. Βλέπουμε νοτιοανατολικά στο βάθος τα μικρά νησιά των ανατολικών Σποράδων και δεξιά τη χερσόνησο της Σιθωνίας. Η θέα είναι επιβλητική. Ανεβαίνοντας ξανά, βρεθήκαμε σε μια συκιά για ένα σύκο δροσερό, το φρούτο της εποχής.

Περνώντας τα μουλάρια, ακούστηκε η ρήση του προφήτη: κάποτε θα φθάσουν οι άνθρωποι να είναι φορτωμένοι σαν τα μουλάρια. Και να, εμείς τώρα έτσι φαντάζαμε. Φορτωμένοι όπως ήμασταν με τα σακίδια των 15 και 18 κιλών…

Διαπιστώνουμε πολύ γρήγορα τη δουλειά που κάνουν οι αλβανοί εργάτες στο Όρος. «Ο άγιος αλβανός». Στα μονοπάτια, στις ανακατασκευές και συντηρήσεις των μονοπατιών, των κτιρίων και των μονών γενικά. Και βέβαια με τη συνεισφορά της «αγίας ευρωπαικής ένωσης» και των ΚΠΣ

Φεύγουμε από τον Άγιο Νείλο στις 4.30, ντάλα ο ήλιος, για τη Μονή Μεγίστης Λαύρας. Το μονοπάτι ανηφορικό ανάμεσα σε πουρνάρια κατά το πλείστον και σχίνα. Περάσαμε τη σάρα με τις κοτρόνες και σε μία ώρα φθάνουμε στον αυχένα. Απέναντί μας ξεχωρίζουν αρκετά η Θάσος και η Λήμνος και κάτω, στο ακρωτήρι, η σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, όπου και η Σπηλιά του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη. Όπως μας είπε αργότερα ο ηγούμενος της Μεγίστης Λαύρας, είναι κλειδωμένη, γιατί κάηκε δύο φορές από τα κεριά, που τα αφήνουν αναμμένα οι προσκυνητές. Τώρα για να πάει κανείς πρέπει να πάρει το κλειδί από τον υπεύθυνο της σκήτης.

Η Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου Μεγίστης Λαύρας είναι ρουμάνικη και απέχει γύρω στη μισή ώρα από την κυρίαρχη μονή. Είναι σε στυλ μοναστηριού. Στη θέση της ήταν μέχρι το 1854 Κελί του Τιμίου Προδρόμου με μοναχούς καταγόμενους από τη Χίο. Η Μεγίστη Λαύρα με έγγραφό της επέτρεψε τη μετατροπή του Κελιού σε Σκήτη. Με Πατριαρχικό Σιγίλιο το 1856 επί Πατριάρχου Κυρίλλου Ζ΄ τελικά επικυρώθηκε η ίδρυση και η κοινοβιακή οργάνωση της Σκήτης από Μολδαβούς μοναχούς. Εγκαινιάστηκε το 1866. Σήμερα εγκαταβιούν 25 μοναχοί Ρουμανικής καταγωγής. Το Κυριακό της Σκήτης είναι αφιερωμένο στη βάπτιση του Χριστού. Έχει μήκος 30 και ύψος 18 μέτρα. (πηγή el.wikipedia.org)


Κατηφορίζουμε ελαφρά το καλντερίμι μέσα στο πυκνό δάσος. Κάποια στιγμή το βρίσκουμε χαλασμένο, γιατί το κατάστρεψε η χιονοστιβάδα που κατέβηκε από τον Άθω και “κούρεψε” εντελώς τα δέντρα, γεμίζοντας με κορμούς το μονοπάτι. Ίχνη από αγριογούρουνα μας δείχνει ότι σε όλο το Όρος υπάρχουν αρκετά από αυτά, όπως είναι επόμενο, γιατί υπάρχει και πυκνό δάσος και αρκετή τροφή από τα αγριοκάστανα και τους βολβούς του δάσους.

Τηλεφωνεί ο καλόγερος στον συνάδελφό του στο άλλο μοναστήρι και τον καλεί για φαγητό. Έβγαλα ένα πουρναρόψαρο, του λέει, έλα να το φάμε…(ανέκδοτο;; του Κώστα)

Συναντάμε τον αμαξιτό δρόμο και περνάμε καμιά τρακοσαριά μέτρα τσιμέντο. Μια παραφωνία, που σχολιάστηκε αρνητικά από όλους μας. Αυτοκίνητα πηγαινοέρχονται, τα περισσότερα 4Χ4 τζιπ. Τελικά το αυτοκίνητο κατέκτησε και το Άγιο Όρος με αρκετές δυσάρεστες επιπτώσεις στο φυσικό τοπίο. Όλα τα μοναστήρια έχουν πια αυτοκινητόδρομο και αυτοκίνητα. Όπως μας είπε χαρακτηριστικά ο ηγούμενος της Μεγίστης Λαύρας, “εκεί που πριν λίγα χρόνια είχαμε ένα αυτοκίνητο για όλα τα μοναστήρια, τώρα έχουμε 4-5 το καθένα και πάλι δεν μας φτάνουν”. Οι μπουλντόζες, τα διάφορα σκαπτικά μηχανήματα και οι γερανοί είναι ακόμα σε πολλούς αρσανάδες ή κοντά στα μοναστήρια. Αυτοκίνητα, ηλεκτρικό ρεύμα, κινητά τηλέφωνα, και τώρα κομπιούτερς και Internet, η εισβολή της τεχνολογίας στο Όρος.

Η συντήρηση και η αναπαλαίωση των μοναστηριών επέβαλαν ίσως την παρουσία όλων αυτών των μηχανημάτων και επόμενα τη διάνοιξη των δρόμων. Ίσως σε πολλές περιπτώσεις θα μπορούσε να αποφευχθεί. Η συντήρηση θεωρείται αναγκαία και επιβεβλημένη. Σε ένα μεγάλο βαθμό έγινε. Όμως σε πολλά μοναστήρια συνεχίζεται με κονδύλια του Γ’ ΚΠΣ και θα συνεχιστεί και στο Δ’ ΚΠΣ, όπως μας τόνισε και ο ηγούμενος.

Η Μονή Μεγίστης Λαύρας

Φθάνουμε στη Μονή Μεγίστης Λαύρας, στον προορισμό μας, στις 6.30 ακριβώς, σε 4 ώρες απ’ τον Αρσανά των Καυσοκαλυβίων. Πλησιάζοντας μας συναρπάζει η εικόνα της επιβλητικής Μονής. Στο μυαλό μου έρχεται η ιστορία των 1000 και πάνω χρόνων της, που διάβασα στα διάφορα sites, με τις καλές και τις κακές της στιγμές, τους αγώνες με τους πειρατές. Δείγμα ο πύργος, ως το τελευταίο προπύργιο της άμυνας. Όπως είναι γνωστό το μεγαλύτερο κίνδυνο που αντιμετώπιζαν οι μονές, ήταν αυτός των πειρατών. Οι περισσότεροι κατακτητές σεβάστηκαν τον μοναχικό βίο και τα μοναστήρια. Και ειδικά του Αγίου Όρους, ήταν στο απυρόβλητο.

Γύρω από τη Μονή είναι αρκετές καλλιέργειες, κυρίως αμπέλια, ελιές, κηπευτικά της εποχής, ακόμα και θερμοκηπίου. Πηγαίνοντας στο Αρχονταρίκι, ο υπεύθυνος μας παροτρύνει να πάμε κατ’ ευθείαν στον εσπερινό, μετά στην Τράπεζα για φαγητό και στη συνέχεια να μας δείξει πού θα κοιμηθούμε. Αρχίζω να περιεργάζομαι τη Μονή. Εκτός από μένα, οι άλλοι είχαν επισκεφθεί πολλές φορές το Μοναστήρι. Άρα ο “περίεργος” ήμουνα εγώ. Τα κτίρια, ο πύργος, το Ηγουμενείο, ο ναός, η τράπεζα, το αρχονταρίκι, τα κελιά, τα τεράστια δέντρα.

Η λειτουργία του εσπερινού με την παρουσία των επισκεπτών και αρκετών μοναχών έγινε με τη γνωστή κατάνυξη. Για μένα ήταν εντυπωσιακό γιατί έμοιαζε με θεατρικό δρώμενο. Οι μοναχοί ανάμεσα στους προσκυνητές, να μπαινοβγαίνουν, να ανεβάζουν και να κατεβάζουν τα καντήλια, να σβήνουν τα κεριά, να σηκώνονται και να κάθονται στα στασίδια κρατώντας το κομποσκοίνι, να περνάνε και να ασπάζονται τις εικόνες. Στο τέλος, ανακοινώθηκε στους επισκέπτες ότι μπορούν, όσοι θέλουν, να προσκυνήσουν τα λείψανα των αγίων, που βρίσκονται στη Μονή. Η συνέχεια στην Τράπεζα για το φαγητό με την παρουσία του ηγουμένου, όλων των μοναχών και των επισκεπτών. Μερικές φορές μου ερχόταν στο μυαλό το “Όνομα του Ρόδου” του Ουμπέρτο Έκο και το αντίστοιχο ιταλικό μοναστήρι των Βενιδικτίνων, που περιγράφει ο συγγραφέας

Το νόστιμο φαγητό – φασουλάκια με κολοκυθάκια (τουρλού), ψωμί, σαλάτα ντομάτα, φέτα, κρασί, καρπούζι – ήταν σερβιρισμένο σε μαρμάρινα τραπέζια των 10 περίπου ατόμων. Κατά τη διάρκεια του φαγητού ένας μοναχός διάβαζε από τον άμβωνα αποσπάσματα από γραπτά Αγίων. Τελειώνοντας το φαγητό πήγαμε στο Αρχονταρίκι, όπου ενημερωθήκαμε για τον χώρο που θα κοιμηθούμε. Κρεβάτια σε δωμάτιο των 15 περίπου ατόμων με καθαρά σεντόνια, τουαλέτες και μπάνια κάτω και νιπτήρες χωρίς καθρέφτες.

Την άλλη μέρα το πρωί κατά τις 7.30 στον όρθρο. Το καμπανάκι χτύπησε κανονικά στις τέσσερεις. Πολλοί επισκέπτες πρέπει να πήγαν εκείνη την ώρα μαζί με τους μοναχούς για την λειτουργία του όρθρου. Υποψιάζομαι ότι οι μοναχοί έχουν ανάλογη “υπηρεσία” και ο καθένας έχει το ρόλο του στη διάρκεια της λειτουργίας. Ποιος θα έχει τον κεντρικό ρόλο, ποιοι τον ρόλο του ψάλτη, ποιοι θα ψάλουν το απολυτίκιο κλπ.

Μετά τον όρθρο, ακολούθησε η Τράπεζα. Είναι το κυρίως γεύμα – πιλάφι με γαριδόζουμο, σαλάτα αγγουροντομάτα, ελιές, παραδοσιακό ψωμί, πεπόνι, κρασί και γλυκό τυλιγμένο – πάλι με την παρουσία όλων, του ηγουμένου, των μοναχών και των επισκεπτών. Πάλι κατά τη διάρκεια του φαγητού ένας μοναχός διάβαζε κείμενα αγίων.

Αμέσως μετά επισκεφθήκαμε τον ηγούμενο στο ηγουμενείο. Ο ηγούμενος Πρόδρομος είναι απλός, ζεστός, δραστήριος και φιλόξενος. Με τρόπο μας ενημέρωσε για τις δραστηριότητες της Μονής, τα έργα συντήρησης, αλλά και γενικότερα απάντησε σε ερωτήσεις μας σχετικά με το Άγιο Όρος και τις μονές. Από τα είκοσι μοναστήρια στο Όρος, τα δεκαεννιά είναι μεν με το “παλιό” ημερολόγιο, αλλά δεν είναι “παλαιοημερολογίτικα”, άλλωστε ανήκουν στο Πατριαρχείο, το οποίο είναι με το “καινούργιο”. Παλαιοημερολογίτικο είναι μόνο η μονή Εσφιγμένου, οι μοναχοί του οποίου δεν αναγνωρίζουν τον Πατριαρχείο. Οι μονές δεν εισπράττουν τίποτα από τους επισκέπτες. Τα έσοδα από τα διαμονητήρια τα διαχειρίζεται η Κοινότητα του Όρους για τις δικές της υποχρεώσεις. Βέβαια η κάθε μονή έχει αρκετά έσοδα από τα μετόχια στη Χαλκιδική και αλλού στην Ελλάδα. Στο βιβλίο επισκεπτών της Μονής καταγράφονται περίπου 15.000 επισκέπτες το χρόνο. Πούτιν, Καραμανλής και άλλες προσωπικότητες της πολιτικής, όλοι από δω περάσανε και θα περάσουν…

Μου έκανε εντύπωση οι προσπάθειες που καταβάλουν στη Μονή για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών με τη μικρή υδροηλεκτρική μονάδα. Συγκεντρώνεται το νερό ψηλά σε μεγάλη υδατοδεξαμενή και από κει, με αγωγό και αρκετή κλίση, το νερό έρχεται στη μονάδα δίπλα στο μοναστήρι, όπου παράγεται το ρεύμα. Βέβαια τώρα το καλοκαίρι ενισχύεται και με τη γεννήτρια πετρελαίου.

Δεχθήκαμε τα δώρα και τις ευχές του ηγουμένου και αναχωρήσαμε κατά τις 11 και 15΄ με προορισμό την κορυφή του Άθω. Ξεκινάμε σχεδόν από μηδέν υψόμετρο για να φθάσουμε στις 7 το απόγευμα στα 2.033 μέτρα της κορυφής μετά από 8 ώρες περίπου. Φορτωθήκαμε για φαγητό ένα καρπούζι, ντομάτες, ελιές και ψωμί (ξερό, ό,τι απέμεινε από την Τράπεζα)

Η διαδρομή για την κορυφή


Η διαδρομή ξεκινάει νοτιοδυτικά προς Καυσοκαλύβια. Το τμήμα αυτό της δυτικής πλευράς του Όρους το λένε “έρημο”, γιατί δεν έχει αμαξιτούς δρόμους. Κι εδώ είναι και τα περίφημα “καρούλια”, τα ασκηταριά των μοναχών στο βράχο. Φθάνοντας στον αυχένα (μια ώρα περίπου από τη Μονή) παίρνουμε το μονοπάτι προς Αγία Άννα. διασχίζοντας το πυκνό δάσος με τις καστανιές, βελανιδιές, οξιές, σκλήθρα, αριές, πλατάνια στις ρεματιές. Μια μικρή ζούγκλα. Από άποψη χλωρίδας το Άγιο Όρος χαρακτηρίζεται για την πυκνή του βλάστηση. Αφθονούν σε μεγάλο βαθμό η καστανιά, η οξιά, η δρύς, το πουρνάρι, η κουμαριά κ. ά. καθώς και άπειρα πλήθη βοτάνων.

Σταματήσαμε στα Καλά Νερά. Μια πυκνοδασωμένη περιοχή με αρκετά νερά, όπου πριν 5-6 χρόνια, όπως λέει ο Κώστας, η χιονοστιβάδα “ξύρισε” κυριολεκτικά όλα τα δέντρα. Η αναδάσωση είναι πλέον πολύ πυκνή και πλούσια σε όλα τα είδη. Φάγαμε το καρπούζι, γεμίσαμε κρύο νερό, και συνεχίσαμε φθάνοντας, σε 4 ώρες από τη Μονή, στο Σταυρό, υψόμετρο 850 μέτρα περίπου. Είναι η διασταύρωση προς Κερασιά, Αγία Άννα και κορυφή. Έχει νερό με λάστιχο. Μέχρι εδώ μας ακολουθεί και το τηλεφωνικό καλώδιο, που σχεδόν έρπον συνεχίζει το δρόμο του για την Κερασιά.

Παίρνουμε ξανά το κακοτράχαλο ανηφορικό μονοπάτι στο πυκνό πουρναρόδασος. Το μονοπάτι βγαίνει στην αρχή λίγο ανοιχτά, αριστερά, με θέα τη Σιθωνία, τη Σκήτη της Αγίας Άννας και τη Μικρή Σκήτη και πιο πέρα τους αρσανάδες των Μονών Αγίου Παύλου, Αγίου Διονυσίου και Αγίου Γρηγορίου. Δεν φαίνονται οι μονές.

Λίγη στάση στην Καστανιά για ξεκούραση με τον ιδρώτα να στάζει, και φθάνουμε στην Παναγιά, στα 1500 μέτρα περίπου σε 2,5 ώρες από το Σταυρό. Εδώ εργάζεται ένα μεγάλο συνεργείο με αλβανούς μαστόρους για την ανακατασκευή της εκκλησίας. Κατασκευάζεται μεγάλος ναός με βοηθητικούς χώρους, που θα λειτουργεί και ως καταφύγιο. Εικόνα εργοταξίου. Είκοσι τέσσερεις μαστόροι και εργάτες. Παντού σκόρπια εργαλεία, υλικά και … μπόλικα σκουπίδια, πεταμένα στα πρανή. Ό,τι χειρότερο μπορούσα να δω σ’ αυτό το υψόμετρο.

Για την κορυφή, τα υπόλοιπα 500 περίπου μέτρα υψομετρική, είναι μια απότομη σχετικά ανάβαση στο γυμνό με πολλές τραβέρσες για φορτωμένα αρσενικά μουλάρια, όπως εμείς. Με τον Κώστα το κάναμε μια ανάσα σε μια ώρα ακριβώς με όλες τις τραβέρσες. Το έχει κάνει λέει ο Κώστας και 35 λεπτά χωρίς σακίδιο, και κόβοντας τις τραβέρσες. Τελικά Κώστα είσαι καλός ορειβάτης…

Στην κορυφή του Άθω


Φθάσαμε στην κορυφή κατά τις 7. Μαζί μας έφθασε και ένας Ρώσος, επισκέπτης του Όρους, με τον οποίο “συγκατοικήσαμε” το βράδυ μέσα στο ναΐσκο. Δεν ήξερε γρι ελληνικά ούτε αγγλικά. Άντε να συνεννοηθείς…Ξαναθυμηθήκαμε τα “σπασίμπα” και “νταβάρις” Λένε ότι το Όρος για τους Ρώσους είναι ό,τι τα Ιεροσόλυμα για τους άλλους ορθόδοξους ή η Μέκκα για τους Μωαμεθανούς… Αυτό σημαίνει ότι θα ανεβεί αρκετά η επισκεψιμότητά του τα επόμενα χρόνια. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ταμπέλες στην Ουρανούπολη είναι στα ελληνικά και στα Ρώσικα…Άντε αυτά να τα έλεγες πριν 20 χρόνια...

Κι εδώ συνεργείο αλβανών για ανακατασκευή του μικρού ναού και για να γίνει μεγάλος και επιβλητικός. Επικίνδυνο… Ίσως δεν έπρεπε. Συνήθως στις κορυφές θέλουμε ένα μικρό και ταπεινό εκκλησάκι, χωρίς πολλά… Άλλωστε οι κορυφές δεν είναι να μένει κανείς πολύ. Χάνουν έτσι την αίγλη τους και τη γοητεία. Τα καταφύγια συνήθως γίνονται χαμηλότερα, όπως, ας πούμε, η Παναγιά. Συζητήσαμε με τους αλβανούς, οι οποίοι έρχονται 15 χρόνια οι περισσότεροι στο Όρος και έχουν συνεργαστεί με τα περισσότερα μοναστήρια και τις Σκήτες. Οι ίδιοι δηλώνουν μωαμεθανοί. Μια ειρηνική συνεργασία των δύο θρησκειών στο επίπεδο της μαστορικής και της τέχνης. Όλα γίνονται…

Θαυμάσαμε τη δύση του ηλίου πάνω από τη Χαλκιδική και τη σκιά του Άθω στο Αιγαίο. Απέραντο γαλάζιο. Από τα παράλια της Καβάλας, τη Θάσο και τη Λήμνο μέχρι τις Σποράδες, τον Όλυμπο και τον Κίσσαβο, τη Σιθωνία, την Αμουλιανή, τη Διώρυγα του Ξέρξη και το Παγγαίο. Ξαπλώσαμε σχετικά νωρίς με τους υπνόσακους στο κρύο τσιμέντο, αφού έξω φύσαγε και έκανε αρκετό κρύο. Προσέχαμε να μη χτυπήσουμε τον Ρώσο με τα πόδια μας. Και πώς να διαμαρτυρηθεί ο άνθρωπος. Τη νύχτα μπαινόβγαιναν 2-3 μολδαβοί μοναχοί με τους φακούς, ψάχνοντας κι αυτοί καμιά γωνιά να κοιμηθούν. Ήρθαν αργά…

Η Σκήτη της Αγίας Άννας


Το πρωί, αφού απολαύσαμε την ανατολή, φύγαμε κατά τις 7 στο κατηφορικό, δύσκολο για τα γόνατα, μονοπάτι. Στο Σταυρό πήραμε το μονοπάτι για την Αγία Άννα και μετά από ένα τέταρτο περίπου ξεκίνησε η απότομη κατηφόρα και τα σκαλιά. Βάλθηκε να τα μετράει ο Κώστας. Δεν τον ρώτησα πόσα τα έβγαλε. Φθάσαμε στην Σκήτη της Αγίας Άννας, ένα πανέμορφο μπαλκόνι πάνω από τη θάλασσα. Στο Κυριακό είχαμε την καλή φιλοξενία του λαϊκού, που υπηρετεί εθελοντικά τους επισκέπτες – τσίπουρο, λουκούμι, καφέ και νερό τα κεράσματά του.

Η Σκήτη της Αγίας Άννας βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά του Αγίου Όρους, μισή ώρα από τη Νέα Σκήτη και μια ώρα από τη Μονή Αγίου Παύλου. Το Κυριακό της είναι αφιερωμένο στην Θεοπρομήτορα Αγία Άννα. Το 1686 ο Ματθαίος, πνευματικός του βοεβόδα Σερμπάν Καντακουζηνού (1678-88) και κτήτορας του κελλιού Άγιος Γεώργιος στην Προβάτα, αφιερώνει στη Σκήτη το πόδι της Αγίας Άννας. Υπάγεται στη Μονή Μεγίστης Λαύρας
Η Μικρά Αγία Άννα βρίσκεται σε απόσταση 15 λεπτών από τη σκήτη. Αποτελείται από επτά καλύβες. Εδώ μόνασε ο μεγάλος υμνογράφος της Εκκλησίας Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης. (πηγή el.wikipedia.org)

Συνεχίσαμε με τον Κώστα για τη Μονή Αγίου Παύλου, αφού συμφωνήσαμε με τον έτερο Κώστα και τον Βαγγέλη να συναντηθούμε στο καραβάκι αλλάζοντας το πρόγραμμά μας λόγω μικρού τραυματισμού του Κώστα. Το μονοπάτι συνεχίζει μέσα στο πουρναρόδασος με μπόλικη ζέστη αλλά με θέα τη θάλασσα.. Κακή εντύπωση ξανά τα σκουπίδια πεταμένα κοντά στον οικισμό στα απόκρημνα βράχια και μέσα στα πουρνάρια, δίπλα στο μονοπάτι. Γενικά υπάρχει θέμα με τα σκουπίδια στο Όρος. Στην κορυφή σκουπίδια, στην Παναγιά, στο Σταυρό γεμάτη η ξεραμένη ποτίστρα με σκουπίδια, στην Αγία Άννα ανεξέλεγκτη χωματερή …Μα και η «αγία μπουλντόζα» που έκανε τη δουλειά της φτιάχνοντας τους δρόμους για τα μοναστήρια, τα στείρα τα πέταξε κάνοντας μικρές σάρες πληγώνοντας το τοπίο.

Κάτω στη θάλασσα, εκτός από τα δύο καραβάκια, ταχύπλοα συνδέουν τις μονές με την Δάφνη και την Ουρανούπολη. Για να κλείσει κανείς θέση σ΄ αυτά πρέπει να τηλεφωνήσει έγκαιρα. Φθάσαμε στον αρσανά του Αγίου Παύλου σε 45 λεπτά περίπου, όπου και περιμέναμε το καραβάκι για την επιστροφή στη Δάφνη και Ουρανούπολη.

Μια όμορφη ορειβατική και πολιτιστική εμπειρία και μια απομυθοποίηση του Όρους. Είναι η εξαιρετική γεωγραφική θέση, είναι το άγριο και όμορφο τοπίο, η θέα του γαλάζιου και ο πλούτος των μονών, που σε κάνει να σκέφτεσαι την επόμενη επίσκεψη.

Στέφανος Σταμέλλος
http://www.e-ecology.gr διαβάστε ολόκληρο το κείμενο...